.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά. Μέρος Α


Εισαγωγικό Σημείωμα
Η περιοχή των Κοντοβουνίων δεν είναι γνωστή για τα μνημεία ή τα τουρι­στικά της θέλγητρα. Ελάχιστα και αποσπασματικά έχουν γραφεί γι' αυτήν. Ευ­τυχώς όμως είναι ο γενέθλιος τόπος του συγγραφέα και ακούραστου ερευνητή ο οποίος, με την εργασία του αυτή, καταφέρνει να τον κάνει γνωστό στο ευρύ­τερο κοινό και παράλληλα να συμπληρώσει πτυχές της ιστορίας και εικόνες της χωρογραφίας της ευρύτερης περιοχής στην οποία αυτός ανήκει.
Ο Τάσος Παναγιωτόπουλος βιώνει τον τόπο, αντιλαμβάνεται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθώς και αυτά της αρχιτεκτονικής που κάποτε διαμορ­φώθηκε εκεί. Δεν παραμένει μόνο στην περιγραφή τους. Αναζητώντας τους πα­ράγοντες που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση της γενικής εικόνας που αυτά πα­ρουσιάζουν, επιχειρεί να γνωρίσει και να κατανοήσει τις αλλαγές που συντε­λούνται στο χώρο στη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων αιώνων. Εκτιμά πως τις απαντήσεις θα τις βρει «μέσα από την θεώρηση της αλληλεπίδρασης... στη σχέση της Γεωγραφίας με την Ιστορία».
Στρέφεται στην ιστορία και ανευρίσκει, σε κάθε βιβλιογραφική πληροφορία ή προφορική μαρτυρία, τον μίτο για να ερμηνεύσει τα όσα γνωρίζει εμπειρικά. Κινείται με ευκολία στα πεδία της ιστορικής έρευνας, χάρη στο πάθος του γι' αυτήν, χρησιμοποιώντας την αρχιτεκτονική οπτική, για την οποία είναι επι­στημονικά εξοπλισμένος και καταφέρνει σε σχετικά ικανοποιητικό βαθμό να συνδέσει τις δύο εστίες του ενδιαφέροντος του.
Διανύει μεγάλες ιστορικές φάσεις, επικεντρώνοντας σε γεγονότα του 17ου-19ου αιώνα. Αναζητά ωστόσο πληροφορίες για τις απαρχές της οίκησης στην περιοχή, στέκεται στα γεγονότα της μεσαιωνικής εποχής, τους εποικισμούς των σλαβικών και αργότερα των αρβανίτικων ομάδων, την Φραγκοκρατία και τις εγκαταστάσεις των Βενετών στα παράλια. Ψάχνει μέσα από την ίδρυση επι­σκοπών ή τους εκκλησιαστικούς κώδικες για να ορίσει ή να ταυτίσει τοπωνύ­μια, αναφέρεται σε εισβολές και επιδρομές που «συνέβαλαν στο μετασχηματι­σμό του οικιστικού δικτύου». Η έρευνα των διαθέσιμων πηγών του προσφέρει όχι μόνο ικανά τεκμήρια για την ερμηνεία του χώρου, αλλά και μια ευρύτερης σημασίας αναδρομή στα ιστορικά δρώμενα της Δυτικής Πελοποννήσου.
Η έρευνα του αρχιτεκτονικού πεδίου είναι διεξοδική και πραγματικά πρω­τότυπη. Διασώζει σε σχέδια και φωτογραφίες, σε περιγραφές και συγκρίσεις με άλλους τόπους τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής παράδοσης της κατοικίας στα χωριά των Κοντοβουνίων, αλλά και ορισμένα σπάνια και ίσως σήμερα εξαφανισμένα κατάλοιπα εγκαταστάσεων ποιμένων ή αγρο­τών- καλύβες και δραγάτσια.
Την πρωτοτυπία διεκδικούν επίσης οι συλλογικοί συγκριτικοί χάρτες για την οικιστική συγκρότηση και εξέλιξη της περιοχής της μελέτης, με χρονολογι­κές ενδείξεις, με πληθυσμιακά μεγέθη, τοπωνύμια, οχυρωμένους οικισμούς, κάστρα, μοναστήρια και άλλα.
Η σημασία της πρώτης αυτής καταγραφής της τοπικής παραδοσιακής λαϊ­κής αρχιτεκτονικής ξεπερνά το προφανές της συμβολής στην γνώση για τα ιδι­αίτερα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής αυτής. Με τα στοιχεία που παρέχο­νται συμπληρώνεται ένα από τα κενά -υπάρχουν και άλλες επιμέρους περιοχές ανεξερεύνητες- στον συλλογικό πίνακα των τύπων κατοικίας της Πελοποννή­σου και κατ' επέκταση στη συνολική θεώρηση της αρχιτεκτονικής ποικιλίας, που εμφανίστηκε στους οικισμούς της χερσονήσου πριν από τις ριζικές αλλα­γές της εποχής μας που μετέτρεψαν τις παλαιότερες δομές και μορφές. Μικρή ή μεγάλη η ποικιλία των αρχιτεκτονικών τύπων κατοικίας ενός συγκεκριμένου τόπου είναι ενδεικτική και αποκαλυπτική της οικονομίας, του τρόπου ζωής, της τεχνογνωσίας της εποχής.
Για τους λόγους αυτούς η αρχιτεκτονική, παρόλο που μοιάζει να αποτελεί συμπληρωματικό κεφάλαιο της όλης εργασίας και παρόλα τα περιθώρια για περαιτέρω μελέτη της, είναι το πιο αυθεντικό, πρωτότυπο και από μια άποψη το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του όλου εγχειρήματος του Τ. Παναγιωτόπουλου.
Καίτη Δημητσάντου-Κρεμέζη Δρ. Αρχιτέκτων-Καθηγήτρια Ε.Μ.Π

Εισαγωγικά και τοπογραφικά
Στο νοτιοδυτικό άκρο της Πελοποννήσου «αναμεταξύ εις τον Μεσσηνιακό κόλπο και Κυπαρήσιο»1 βρίσκεται η Μεσσηνία. Ο Πάμισος (Πιρνάτζας), το με­γαλύτερο ποτάμι της, διασχίζει την εύφορη πεδιάδα της με κατεύθυνση από βορρά προς νότο. Κεντροδυτικά, ανάμεσα στη δεξιά όχθη του Παμίσου και των παραλίων του Ιονίου, εντοπίζουμε τον ορεινό όγκο των Κοντοβουνίων, ο οποίος ονομάζεται επίσημα «Όρη Κυπαρισσίας» και περατώνεται δυτικώς στη βουνοσειρά της Αγιας, η οποία ταυτίζεται με το αρχαίο Αιγαλέον όρος (χάρτης 1). Η εν λόγω ορεινή ενότητα μαζί με τα γύρω χαμηλότερα βουνά όπως η Ιθώμη (το μεσαιωνικό Βουρκάνο), αποτελούν μία από τις τέσσερις ορεινές ομάδες που συμμετέχουν στη γεωμορφία της Πελοποννήσου2.




Επικοινωνίες
Εκατέρωθεν της περιοχής των Κοντοβουνίων σχηματί­ζονται δύο φυσικά περάσματα με διεύθυνση ανατολή- δύση:
α) Το βόρειο, ο λεγόμενος κατά την αρχαιότητα «Μεσσηνιακός Αυλώνας»3, από την άνω μεσσηνιακή πεδιάδα (αρχαίο Στενυκληρικόν πεδίον/ μεσαιωνικοί Λάκκοι) διέρχεται την κοιλάδα του Σονλιμά και καταλήγει στο Ιόνιο, βόρεια της Κυπαρισσίας αφήνοντας βορειότερα τα βουνά Τετράζι (αρχαία Νόμια, ύψος 1.389μ.) και Λύκαιο (ύψ. 1.420μ.).
β) Το νότιο πέρασμα, από την κάτω μεσσηνιακή πεδιάδα (αρχαία Μακά­ρια), στο Νησί (από το 1867 Μεσσήνη), περνάει από το ποτάμι της Βελίκας (αρχαίος Βίας;), πριν το βουνό Μαγκλαβάς (ύψ. 711μ.), διακλαδίζεται δυτικά- βορειοδυτικά κατά την νήσο Πρώτη και δυτικά-νοτιοδυτικά προς τον κόλπο του Ναβαρίνου, αφήνοντας νοτιότερα τον Λυκόδημο (την αρχαία Μαθία, ύψ. 960μ.) και το ακρωτήριο Ακρίτας (κάβο Γάλλο).
Στον ευρύτερο μεσσηνιακό χώρο το σύστημα επικοινωνίας-συγκοινωνίας με άλλες όμορες περιοχές καθορίζουν κυρίως τέσσερα χερσαία περάσματα σε χρήση και αξία μακράς διάρκειας4:
α) Βορειοδυτικά είναι η εκβολή της Νέδας (Μπούζης), πέραν της οποίας εκτεινόταν η αρχαία Τριφυλία5. Αυτό ήταν το εύκολο σημείο εισόδου για όσους μετανάστες ή/και εισβολείς έφταναν στη Μεσσηνία, ακολουθώντας την άνετη παραλιακή-περιφερειακή διαδρομή της δυτικής Πελοποννήσου (αρχαία Χοίρειος νάπη)9, που συνδέει με την Αποσκιαδερή Μάνη10 και την εσχατιά του Ταινάρου (κάβο Ματαπά).
β) Βορειοανατολικά, στα στενά της Τσακώνας (στο Δερβένι Λεονταρίου), η μεσαιωνική διάβαση Μακρυπλάγι6, απ' όπου περνούσε η Βασιλική οδός7, οδη­γεί στα υψίπεδα της κεντρικής Πελοποννήσου (μεσαιωνική Μεσαρέα/ αρχαία Αρκαδία).
γ) Ανατολικά, υπάρχει η διέλευση εγκάρσια στον Ταΰγετο (ο μεσαιωνικός Πενταδάκτυλος, ύψ. 2.407μ.) προς Μυστρά και Σπάρτη (μεσαιωνική Λακεδαί­μονα), όπου και επισημαίνεται αρχαίος δρόμος8.
δ) Τέλος νοτιοανατολικά είναι το πέρασμα στο φαράγγι της Κοσκάρακας



Φυσικά δεδομένα
Τη μεσσηνιακή «χερσόνησο»11 συγκροτούν δυο διαφορετικές γεωτεκτονικές ζώνες:
α) Προς τα δυτικά η ζώνη Γαβρόβου-Τρίπολης, που περιλαμβάνει τα χαμη­λότερα βουνά όπως αυτά της δυτικής Πυλίας (Άγιος Νικόλαος ύψ. 484μ., Μαντηλάς, 326μ.) και τη λοφοσειρά της Τριφυλίας (Προφήτ' Ηλίας, 379μ.), και
β) Η ζώνη Ωλονού- Πίνδου στα ανατολικά, στην οποία ανήκουν τα υψηλό­τερα βουνά: Λυκόδημος, Κοντοβούνια, Τετράζι και Αύκαιο12.
Στη στρωματογραφία αμφοτέρων κυριαρχούν σχεδόν αποκλειστικά ιζηματογενή πετρώματα και ιδίως ασβεστολιθικά13. Οι ασβεστόλιθοι της δεύτερης ζώνης διαφέρουν απ' αυτούς της πρώτης σε ηλικία και δομή. Στη δυτική άκρη της δεύτερης ζώνης, απ' τον Ακρίτα μέχρι την Κυπαρισσία, έχουν σχηματιστεί κροκαλοπαγή πετρώματα, όπως αυτά στα βουνά Ζαρναούρα (518μ.), Λε-Λιάς (Χαντρινου, 620μ.), Μακλαβάς και αυτά της οροσειράς του Αιγαλέου (Λγιά 1.066μ., Αγιαβαρβάρα 1.219μ., Γεράνιο 969μ.)14.
Το εύκρατο κλίμα της Μεσσηνίας, τύπου θαλάσσιου μεσογειακού, τουλάχι­στον προς το παρόν, δεν έχει μεταβληθεί από την αρχαιότητα15. Η θερμοκρα­σία με μέση ετήσια τιμή 19°C σπανίως κατέρχεται υπό το μηδέν. Οι χειμώνες είναι ήπιοι και πολύ βροχεροί. Το μέσο ετήσιο ύψος βροχής στα ορεινά ξεπερ­νάει τα 1.200 χιλιοστά16. Μέσα στους υδροπερατούς ασβεστόλιθους της ζώνης Πίνδου σχηματίζονται υδροφόροι ορίζοντες και καρστικά έγκοιλα, που τρο­φοδοτούν πλήθος πηγές επαφής και κεφαλάρια. Σημειώνω τη γνωστή από το «Χρονικό του Μορέως» Κοπρινίτσα}1 και τα κεφαλάρια στου Κόκλα (η αρχαία Αχαΐα πηγή;), στον Αϊτό, το Κεφαλόβρυσο στο Αληκοντούζι κ.λπ. Δυτι­κότερα, στη ριζοβούνια, κατά μήκος του Αιγαλέου, άλλες σπουδαίες πηγές εκφορτίζουν την υδροφορία των κροκαλοπαγών18.
Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του τόπου είναι η έντονη σεισμική δράση. Αρκεί να αναφέρει κανείς το «μεγάλο σεισμό», που έγινε στις 27 Αυγούστου 1886, του οποίου το επίκεντρο τοποθετείται δυτικά της Πρώτης. Από τον σει­σμό αυτό μεγέθους 8,7 Richter, καταστράφηκαν τα Φιλιατρά, η Λιγούδιστα (σήμερα Χώρα), η Κορώνη και 123 χωριά της δυτικής Μεσσηνίας· 6.000 σπίτια κατέρρευσαν και 326 άνθρωποι σκοτώθηκαν19. Έκτοτε οι τοπικοί σεισμοί στη δυτική Μεσσηνία, με μέγεθος άνω των 5 Richter, ξεπερνούν τους 30 20. Οι επι­πτώσεις του φαινομένου στο παλαιότερο κτισμένο περιβάλλον και ειδικά στα θεμελιωμένα σε χαλαρά εδάφη κτίσματα είναι προφανείς.

Τόπος και δομημένο περιβάλλον
Το τοπίο κλιμακώνεται υψομε­τρικά από τα πεδινά σε ημιορεινές λοφοσειρές και γίνεται ορεινό με δεσπόζου­σες τηλεφανείς κορυφές, που λειτουργούν ως ορόσημα και σημεία αναφοράς της θέσης που βρίσκεσαι. Μικρά οροπέδια έχουν σχηματιστεί, ενώ κατάχλωρες κοι­λάδες ποτίζονται από άφθονα ρέματα και πηγές. Εδώ οι έννοιες του μέτρου και της μικρής κλίμακας είναι παρούσες.
Τα χαμηλότερα εδάφη καλλιεργούνται (κύ­ρια προϊόντα: λάδι, σταφίδα και κρασί), ενώ τα πιο ορεινά καλύπτουν λόγκοι από θάμνους και αγριόδεντρα. Πριν την αποδιοργάνωση του παραδοσιακού πο­λιτισμού με την αγροτική έξοδο κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, ο χα­ρακτήρας της οικονομίας ήταν μεικτός, γεωργοκτηνοτροφικός, περισσότερο γε­ωργικός και λιγότερο κτηνοτροφικός στα πεδινά, ενώ βαίνοντας προς τα ορει­νότερα η σχέση ανατρεπόταν υπέρ της κτηνοτροφίας (κυρίως γιδοπρόβατα).
Στη διάρθρωση του σύγχρονου οικιστικού πλέγματος αναδεικνύονται ιε­ραρχικά οι τέσσερις πόλεις της πεδινής Τριφυλίας, που περιλαμβάνουν ημια­στικό πληθυσμό: Κυπαρισσία/ πριν το 1835 Αρκαδία, Φιλιατρά, Γαργαλιάνοι και Χώρα/ πριν το 1927 Λιγούδιστα· και στο μυχό του Μεσσηνιακού κόλπου το πολεοδομικό δίπολο Καλαμάτα-Μεσσήνη (πριν Νησί). Ο αγροτικός πληθυ­σμός κατανέμεται σε διάσπαρτους πεδινούς και ορεινούς οικισμούς, οι πολυαριθμότεροι από τους οποίους δεν ξεπερνούν τους 500 κατοίκους. Μεγαλύτερη συχνότητα εμφανίζουν όσοι αριθμούν 100-200 κατοίκους, ενώ η πλειονότητα του αγροτικού κόσμου κατοικεί σε χωριά με 200-500 άτομα.
Ειδικότερα, στον ορεινό χώρο της μεσσηνιακής χερσονήσου (δεξιά του Παμίσου) αναγνωρίζονται στο εδαφικό ανάγλυφο, από βόρεια, οι εξής τοπικές ενότητες οικισμών (σύνολα χωριών):
α) Τα Απανωχώρια. Έτσι λέγονται τα χωριά του Λυκαίου. Εκεί δηλαδή που βρίσκονται οι πηγές της Νέδας και ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα21.
β) Τα Ζουρτοανοχώρια. Είναι τα περί τη Ζούρτσα (από το 1927 Κάτω ή Νέα Φιγάλεια) χωριά της Ολυμπίας, που βρίσκονται ανάμεσα στο Λλβενέϊκο βουνό (αρχαία Μίνθη, ύψ. 1.344μ.) και τη Νέδα22.
γ) Τα Σουλιμοχώρια23. Είναι μια πύκνωση οικισμών στο Τετράζι με σημαντι­κότερο, κατά την Τουρκοκρατία, το κεφαλοχώρι του Σουλιμά24. Ονομάζονται επίσης και Αρβανιτοχώρια λόγω της αλβανικής προέλευσης των κατοίκων τους, οι οποίοι ομιλούσαν μέχρι τις μέρες μας μία μεικτή ελληνοαλβανική διάλεκτο25.
δ) Τα χωριά των Κοντοβουνίων, τα οποία αποτελούν την κύρια περιοχή εστίασης της μελέτης μας.
ε) Τα χωριά του Λυκοδήμου (Λυκοδήματα), στην κεντρική Πυλία26, και
στ) Τα «Ακριτοχώρια»27 στα Μοθω(νο)κόρωνα

Κοντοβούνια
Από τις παραπάνω ενότητες, τη μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση και αριθμό χωριών έχουν τα Κοντοβούνια. Το μεταβυζαντινό όνομα Κοντοβούνια, με τη στενή του έννοια, χαρακτηρίζει το βόρειο μέρος της ορο­σειράς της Κυπαρισσίας, ενώ με την ευρύτερη, ολόκληρη την ίδια ορεινή πε­ριοχή νότια του μεσσηνιακού αυλώνα28. Απ' αυτό παράγεται τοπικό εθνικό Κοντοβουνήσιος/ Κοντοβουνήσος, το οποίο καθίσταται επώνυμο29 που σχημα­τίζει ανδρωνυμικό Κοντοβουνήσαινα29α. Κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία τα Κοντοβούνια, ήταν ένα από τα τέσσερα κόλια (τμήματα) που αποτελούσαν το βιλαέτι ή καζά της Αρκαδίας30.
Κατάλογο των χωριών έχει δημοσιεύσει ο Pouqueville31 και η Γαλλική Expedition32. To σύνθετο νεοελληνικό τοπωνύμιο Κοντοβούνια ετυμολογείται είτε από το επίθετο «κοντός» για το χαμηλό του ύψους33 είτε από το επίρρημα «κοντά» για το εγγύς και ευπρόσιτο του χώρου34. Χωριό Κοντοβούνι του τερριτορίου της Μεθώνης συναντάμε σε έγ­γραφο του 169835 το οποίο σώζεται ως τοπωνύμιο σήμερα στην περιοχή του χωριού Μανιάκι36.
Η ευρύτερη περιοχή των Κοντοβουνίων, ποτέ στο παρελθόν δεν αποτέλεσε ενιαία διοικητική ενότητα. Στην Ενετοκρατία συμβάλλουν εκεί τα territorii Αρ­καδίας, Ανδρούσας, Μεθώνης και Ναβαρίνου, στη Δεύτερη Τουρκοκρατία τα βιλαέτια Αρκαδίας, Ανδρούσας, Ιμπλακίων και Ναβαρίνου και στη σύγχρονη εποχή οι μεσσηνιακές επαρχίες Τριφυλίας, Μεσσήνης και Πυλίας. Με την πρό­σφατη διοικητική διαίρεση, η περιοχή διαχέεται σε έξι δήμους και δυο κοινότη­τες37. Από πλευράς εκκλησιαστικής οργάνωσης-διοίκησης διαμοιραζόταν άλ­λοτε ανάμεσα στη μητρόπολη Χριστιανουπόλεως και την επισκοπή Ανδρούσης38, ενώ από το 1833 στη μητρόπολη Τριφυλίας και Ολυμπίας και τη μητρό­πολη Μεσσηνίας39. Παρ' όλα αυτά, η τοπική ενότητα των Κοντοβουνίων μπο­ρεί να αποκατασταθεί με όρους γεωγραφίας, όπως η εδαφική μορφολογία και η φυσιογνωμία του οικοσυστήματος40.

Περιοχή μελέτης
Η παρούσα εργασία, αποτελεί μια προσπάθεια κα­τανόησης των αλλαγών που συντελούνται στον κατοικημένο χώρο, μέσα από τη θεώρηση της αλληλοεπίδρασης που ενυπάρχει στη σχέση της Γεωγραφίας με την Ιστορία, ιδίως κατά τη διάρκεια των μέσων χρόνων στη Μεσσηνία. Επικντρώνεται ωστόσο ειδικότερα, στα οικιστικά των Κοντοβουνίων κατά τη νεότερη περίοδο. Στο τέλος, εξετάζει συνοπτικά τη μεταμεσαιωνική αρχιτεκτονική της αγροτικής κατοικίας. Αυτή, που συνήθως αποκαλούμε ανώνυμη, λαϊκή ή παραδοσιακή και η οποία απ' ό,τι φαίνεται έχει βρει τη θέση που της αρμόζει στην εθνική μας κληρονομιά41.
Η περιοχή των Κοντοβουνίων, απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, παραμένει από αυτή την άποψη ανεξερεύνητη42.
Έχοντας υπόψη, ότι ο βαθμός αλλοίωσης του κτισμένου περιβάλλοντος στον αγροτικό χώρο43 συναρτάται αντίστροφα του υψομέτρου και της απομό­νωσης, για τον προσδιορισμό και περιορισμό της περιοχής μελέτης, επιλέξαμε αυστηρά το σύνολο των οικισμών που περιλαμβάνει ή τέμνει η ισοϋψής των 500 μέτρων (εξαπλώνεται μεταξύ των 37°03'-37°15' βόρειο γεωγραφικό πλά­τος, και 21°39'-21°54/ ανατολικά του Greenwich γεωγραφικό μήκος). Η ανελα­στικότητα του συμβατικού κριτηρίου επιλογής (υψόμετρο) που ακολουθώ, άφησε εκτός μελέτης κάποια γνωστά κοντοβουνιώτικα χωριά, όπως τον Αϊτό (Αετό)44 και την ερημωμένη σήμερα Βιδίσοβα (1930 Δροσοπηγή)45, αλλά και τέσσερα ακόμη «ημιορεινά» χωριά, τα οποία είχα συμπεριλάβει αρχικά στο σώμα των Κοντοβουνίων46. Η «περιοχή μελέτης» περιλαμβάνει συνολικά 41 τώρα ή/και άλλοτε οικιστικά κέντρα, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτά μεσαιωνικές θέσεις και μοναστήρια (πίν.2, χάρτης 3)47. Η περιοχή αυτή με επι­φάνεια 221,4 τετραγωνικά χιλιόμετρα, αντιστοιχεί στο ένα εκατοστό της εκτά­σεως της Πελοποννήσου και συγκεντρώνει ολιγάριθμο πληθυσμό (2.482 κάτοι­κοι, απογραφή 1991), ο οποίος μόλις ξεπερνά το 2%ο του πληθυσμού αυτής της ίδιας γεωγραφικής ενότητας. Η υπάρχουσα πληθυσμιακή πυκνότητα με 11,2 κατοίκους ανά τετραγωνικό χλμ. αντιστοιχεί στο ένα πέμπτο περίπου αυτής της Πελοποννήσου. Πιο ακριβέστερα η οικιστική εικόνα που έχουμε σε παρό­ντα χρόνο, έχει ως εξής:
α) 31 χωριά [=XX, Χ= χωριό] παραμένουν κατοικημένα, έστω κι' αν σε κάποια απ' αυτά μένουν ελάχιστα άτομα, εμφανίζουν δηλαδή μερική εγκατά­λειψη (τα φέροντα αριθμό:10, 11, 18, 23, 27, 41).
β) Έξι έχουν τελείως εγκαταλειφθεί και είναι έρημα (XX2,3,8) ή σοβαρά ερειπωμένα (XX7,12,32).
γ) Τα υπόλοιπα τέσσερα έχουν προ πολλού εξαφανιστεί και παρέμειναν ως τώρα είτε ημιτελώς εντοπισμένα είτε αταύτιστα. Στην καλύτερη περίπτωση διασώζουν το όνομα τους ως τοπωνύμιο ή/και την κεντρική τους εκκλησία σαν ερημοκκλήσι, που αργότερα κατέστη εξωκκλήσι, κάποιου απ' τα γειτονικά χω­ριά48. Τα τελευταία συναντάει κανείς σε ενετικές απογραφές του τέλους του δε­κάτου εβδόμου αιώνα (XX 14, 19, 28, 31).
Βρισκόμαστε, δηλαδή, απέναντι στην ίδια ζοφερή δημογραφική πραγματι­κότητα και πολεοδομική στασιμότητα, που σήμερα έχει καταστεί τυπική σε όλα τα ορεινά της Πελοποννήσου48".
Η επιτόπια έρευνα στους οικισμούς απέδωσε διάφορες σειρές φωτογραφι­κών και σχεδιαστικών αποτυπώσεων καταγεγραμμένες στο film ή το χαρτί, σε διαφορετικά μεταξύ τους χρονικά διαστήματα, από το 1993 και μετά, κυρίως από τους τέως δήμους49 Τριπύλης και Φλεσιάδος (XX1-18). Ένα ελάχιστο αυ­τού του υλικού παρουσιάζεται στο τέλος της εργασίας, όπου υπάρχει αναφορά στα αρχιτεκτονικά και μόνο ενδεικτικά σε δύο τύπους σπιτιών: της ισόγειας χαμοκέλας και του προεπαναστατικού μακριναριον. Στα αμέσως επόμενα, κά­νουμε λόγο:
α) Για τα ιστορικογεωγραφικά της μεσαιωνικής Μεσσηνίας, εστιάζοντας όμως στα Κοντοβούνια κατά περίπτωση ανάλογα με τα διαθέσιμα τεκμήρια, και
β) Στα μεταμεσαιωνικά οικιστικά της περιοχής μελέτης (17ος-19ος αι­ώνας), όπως αυτά προκύπτουν από στοιχεία της επιτόπου έρευνας και δημοσι­ευμένων πηγών της νεότερης ιστορίας μας. Τέλος, θα κλείσουμε με λίγα αρχι­τεκτονικά.



Ιστορικά και οικιστικά Μεσαιωνικής εποχής
Τα φυσικά δεδομένα, η γόνιμη γη, έχουν ως αποτέλεσμα τη συνεχή κατοίκη­ση στη Μεσσηνία, από τη νεολιθική τουλάχιστον εποχή50. Αξιοσημείωτη είναι η οικιστική ακμή κατά την ύστερη εποχή του χαλκού: η αρχαιολογική έρευνα έδει­ξε ότι με κέντρο τη μεσσηνιακή Πύλο (Άνω Εγκλιανός), απαντάται στη Μεσση­νία η πιο πυκνή κατοίκηση στον ελλαδικό χώρο51. Μεσολαβούν οι μεταμυκη-ναϊκοί «Σκοτεινοί Αιώνες» (-1200 και μετά) και η δωρική άφιξη52. Στους ιστορικούς χρόνους οι Μεσσηνιακοί πόλεμοι και η σπαρτιατική κατοχή, εμπό­δισαν τα μικρά μεσσηνιακά πολίσματα να αναπτυχθούν.
Με την επικράτηση των Θηβαίων θεμελιώνεται στους πρόποδες της Ιθώμης η Μεσσήνη (-369)· η πόλη ακολουθεί στο κτίσιμο της ιπποδάμειο σύστημα53. Η Κυπαρισσία φαίνε­ται να έγινε το επίνειο της. Ακολούθως την αστάθεια που επικρατούσε διακό­πτει η υποταγή στους Ρωμαίους (-146)54. Στο καθεστώς της ρωμαϊκής ειρή­νης οι μεσσηνιακές πόλεις παραμένουν αυτόνομες. Η πρωτεύουσα Μεσσήνη διατήρησε τα τείχη της, τα οποία εντυπωσίασαν τον Παυσανία (περί το +160)55. Ο ίδιος αναφέρει στα δεξιά του Παμίσου και τις εξής πόλεις: Κορώνη (στο σημερινό Πεταλίδι), Κολωνίδες, 'Ασίνη (σημερινή Κορώνη), Μοθώνη, Πύ­λος (στο αρχαίο ακρωτήριο Κορυφάσιο) και Κυπαρισσία (Κυπαρισσιαί)56. Όλες, πλην της Κορώνης, κόβουν δικά τους χάλκινα νομίσματα57. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος την ίδια εποχή προσθέτει τη μεσόγεια πόλη Αλίαρτο58 και ο προγενέστερος Στράβων (σύγχρονος του Χριστού) την Ερανα59. Ο τελευταίος γράφει πως η Μεσσηνία ήταν κατά το πλείστον εγκαταλελειμμένη60. Καταστροφές στις υστερορωμαϊκές πόλεις61 αποδίδονται στο σεισμό του 36562 και πιθανώς στις επιδρομές Ερούλων (+267) και Βησιγότθων (396-97)63.

Χριστιανισμός και Σλάβοι
Υπογραφές επισκόπων Κυπαρισσίας, Μεθώνης, Κορώνης και Μεσσήνης σε πρακτικά Συνόδων64, προϋποθέτουν τόσο έδρες πρώιμων επισκοπών στις αντίστοιχες πόλεις, όσο και την έγκαι­ρη διείσδυση, εξάπλωση και εδραίωση του χριστιανισμού στο μεσσηνιακό χώρο (τουλάχιστον το 300), γεγονός που ενισχύουν, άλλωστε, το παλαιοχρι­στιανικό νεκροταφείο βόρεια της Μεθώνης65, η ύπαρξη παλαιοχριστιανικών βασιλικών, όπως στην Αγια-Κυριακή Φιλιατρών66, στη Μεσσήνη και αλλού67, αλλά και διάσπαρτα γλυπτά και επιγραφές68. Οι αρχαίες πόλεις μετα­μορφώνονται σε πόλεις-επισκοπές.
Τον 6ο αι. οι παραπάνω πόλεις, μαζί με την Ασίνη, όπως προκύπτει από τον Σννέκδημο του Ιεροκλέους (527-28)69, συνεχίζουν να διατηρούνται στη θέση τους με ίδιο όνομα. Στον 7ο και 8ο, τους λεγόμενους «Σκοτεινούς Αιώνες», όμως, συντελούνται σημαντικές ανακατατάξεις. Από τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αι.70 διαδοχικά κύματα σλαβικών ομά­δων διεισδύουν στην Πελοπόννησο, όπου εγκαθίστανται μόνιμα. Το «Χρονικό της Μονεμβασίας»71, αναφέρει μετοικεσίες και εξοικισμούς των ντόπιων-γηγενών πληθυσμών. Έσθλαβώθη πάσα ή χώρα και/ γέγονε βάρβαρος δτε ό λοιμικός θάνατος πάσαν έβόσκετο την οίκουμένην (746), γράφει ο Πορφυρο­γέννητος72.
Οι Σλάβοι ήταν γεωργοί73 και επέλεγαν τις εγκαταστάσεις τους, τις οποίες αποτελούσαν ημιυπόγειες καλύβες με σαμαρωτή στέγη (poluzemljanka), κυρίως σε κοιλάδες του εσωτερικού. Αρχαιολογικά ίχνη τέτοιας καλύβας (κά­σα ή σκηνή) ωστόσο, δεν έχουν βρεθεί μέχρι τώρα στην Ελλάδα74. Για Σλάβους στη Μεσσηνία οι πηγές δεν παρέχουν πληροφορίες, παρά μόνο για μια ανυπό­τακτη νησίδα, που επέζησε μέχρι το τέλος του μεσαίωνα, στο ζυγό των Μηλιγγώνστα δυτικά του Ταϋγέτου, στη μεσσηνιακή Μάνη75. Αν εξαιρέσουμε τις αμ­φιλεγόμενες απόψεις περί «σλαβικής κεραμικής» και ορισμένων άλλων ευρη­μάτων76, μοναδικό τεκμήριο της παρουσίας τους, που επέζησε μέχρι σήμερα, είναι τα λεγόμενα σλαβικά τοπωνύμια. Με βάση τον κατάλογο που δημοσίευσε ο Max Vasmer παρατηρούμε ότι στην ευρύτερη περιοχή των Κοντοβουνίων συ­γκεντρώνονται «πολλά σλαβικά τοπωνύμια»77. Έτσι δεν πρέπει να αποκλεί­σουμε την υπόθεση ότι οι μικρές κοιλάδες των Κοντοβουνίων, που προσφέρο­νται άλλωστε για αγροτικό βίο, αποτέλεσαν πυρήνα εγκατάστασης κάποιας σλαβικής φυλής, μια μοίρα από Μηλιγγούς πιθανώς77". Σλαβική επίδραση στα ονόματα των εκεί χωριών (XX 10, 17-18, 27, 32, 34-35, 38, 41) όμως, δεν σημαί­νει αναγκαστικά και ότι τα ίδρυσαν Σλάβοι(!), σλαβικό τοπωνύμιο δεν σημαίνει και σλαβικό χωριό: «Τά χωρία έκτίσθησαν πολύ μεταγενεστέρως επί χώρου όμως έχοντος Σλαβικόν όνομα. Έλαβον δηλαδή το όνομα του τοπωνυμίου»78, γνωστή είναι εξάλλου η τάση να προϋπάρχει το τοπωνύμιο απ' τον οικισμό που το φέρει.
Ενδιαφέρουσα, αλλά ελαττωμένης αξιοπιστίας πηγή για τον 8ο αιώνα(;), αποτελεί κατάλογος επισκοπών στη λεγόμενη «εικονοκλαστική» Notitia του Parisinus graecus 1555A κώδικα79. Στις ήδη γνωστές μας επισκοπές: Κυπαρισ­σίας, Μεθώνης, Κορώνης και Μεσσήνης, προστίθενται αναφερόμενες για πρώ­τη και μοναδική φορά, οι επισκοπές Σνλλέον στο φθαρμένο όνομα της οποίας ο Νίκος Βέης αναγνωρίζει επισκοπή Πύλου80 και Ασίνης, πόλη που μνημονεύει και ο Ιεροκλής81. Την πληροφορία περί επισκοπής Ασίνης ενισχύει σοβαρά η υπάρχουσα εκεί τρίκλιτη βασιλική, στην ακρόπολη-κάστρο της σημερινής Κο­ρώνης (=αρχαία Ασίνη)82. Το μνημείο, από την ομοιότητα της κάτοψης με τη βασιλική της Σπάρτης, πρέπει να χρονολογηθεί «στά τέλη τής παλαιοχριστια­νικής περιόδου-πιθανώτατα στον 7ον αιώνα»83. Σε αντίθεση με τη βάσιμη ένδει­ξη για ύπαρξη επισκοπής Ασίνης, η υπόθεση ταύτισης Συλλέου= Πύλου, φαίνε­ται επισφαλής, καθώς υποψιαζόμαστε, ότι κάτω από το παραμορφωμένο όνο­μα, πρέπει να κρύβεται η ανάγνωση «ο Κυλλήνης» μάλλον παρά «ο Πύλου»84.

Μεσοβυζαντινά
Στις αρχές του 9ου αιώνα (805), η οργανωμένη πλέον διοικητικά σε Θέμα Πελοπόννησος85 ανασυγκροτείται και εκκλησιαστικά. Η Πάτρα, προάγεται σε μητρόπολη και οι επισκοπές Μεθώνης και Κορώνης, υπάγονται στη δικαιοδοσία της86. Η τελευταία, έχει ήδη μετατοπιστεί στο ακρωτήριο της Ασίνης, πιθανώς λόγω της δράσης Σαρακηνών πειρατών87, των Αράβων δηλαδή της Αφρικής και της Κρήτης (824-961), οι οποίοι μέχρι τα μέ­σα του 10ου αιώνα απειλούσαν τα παράλια88.
Πληροφορίες για αραβικές επιδρομές στη νότια Πελοπόννησο, μας παρέχει και ο Βίος του αγίου Θεοδώρου Κυθήρων89. Ας σημειώσουμε και τον τόπο καταγωγής του αγίου: Ήνδέ αύτοϋ πατρίς ή περιφανής των πόλεων/ Κορώνη, ή εν τφ θέμαπ Πελοποννήσου διακείμενη90, γράφει το κείμενο.
Η εξέγερση που ξέσπασε στο εσωτερικό του θέματος (840-842), από Σλά­βους και λοιπούς ανυπότακτους (Έλληνες;)91, δείχνει ότι οι αλλογενείς έποι­κοι, στα μέσα του 9ου αιώνα, δεν είχαν ακόμη ενταχθεί κοινωνικά, κάτι που θα προχωρήσει τον επόμενο αιώνα, μέσω της πολιτικής του εκχριστιανισμού. Μορφές, όπως ο άγιος Αθανάσιος επίσκοπος Μεθώνης (9ος αι.)92 και ο όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» (928-1005), κινήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση. Στό Βίο του οσίου Νίκωνα, όταν αυτός περιοδεύει στη νότια Πελοπόννησο (974-975) διαβάζουμε:
προς/ Μαΐνην παρεγένετο- κάκεΐθεν προς Καλομάταν μετέβη. Εΐθ' οϋτως/ ευθύ Κορώνης και Μεθώνης και Μισύνης, ην και Βουρκάνον έγχωρίως/ καλοϋσιν, έπιβάς, εις Αρκλάδας άφίκετο. Είτα και λοιπάς πάσας κωμο/πόλεις διαδραμών και πλήθη άπειρα προς μετάνοιαν όδη-γήσας ('Ελληνες) και προς/ τήν άμείνω ζωήν χειραγωγήσας (Σλάβους;), της προς τήν Σπάρτην φερούσης ήψατο93.
Η περιοχή των Κοντοβουνίων υψώνεται ανάμεσα στη Μεσσήνη και την πό­λη Αρκαδία. Κατά την πορεία του, ο όσιος, από την πρώτη (Μισύνη/ Βουρκάνο) στη δεύτερη (Αρκάδες= οι κάτοικοι της Αρκαδίας= Κυπαρισσίας), είναι πολύ πιθανό να πέρασε από τα Κοντοβούνια και να εκχριστιάνισε αβάπτιστους Σλάβους. Ο Διονύσιος Ζακυθηνός δέχεται ότι η ίδρυση της μητροπόλε­ως Χριστιανουπόλεως, στο τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα (1081)94, εντάσσεται στην προσπάθεια που απέβλεπε να απορροφήσει και τα τελευταία σλαβι­κά υπολείμματα95.
Κυριολεκτικά αναβαπτισμένες αναδεικνύονται από τους σκοτεινούς αιώ­νες, στο απόσπασμα του Βίου, οι δύο παραπάνω πόλεις. Η μεσαιωνική ονομα­σία Αρκαδία ή Αρκαδία (κατά λόγιο ή δημώδη τύπο), μαρτυρείται δεύτερη φο­ρά το 1097 σε κώδικα, τον οποίο έγραψε εκεί ο ρήτορας Πρόφημος96. Η άποψη ότι η μετονομασία της Κυπαρισσίας οφείλεται σε πρόσφυγες από την περιοχή-χώρα της αρχαίας Αρκαδίας, που εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών, κατέφυ­γαν εκεί για να σωθούν (αποτέλεσε δηλαδή πόλη καταφύγιο), δεν επικυρώνεται από καμιά γραπτή πηγή και βασίζεται απλώς στην τοπωνυμική ομωνυμία97. Ποια σχέση να συνδέει άραγε την αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή Αρκαδίας, που μνημονεύεται στο «εικονοκλαστικό» τακτικό98, με την πόλη Αρκαδία; Ταυτίζονται ή όχι"; Υποδηλώνεται, μήπως, μετακίνηση της αρχιερατικής έδρας στην Κυπαρισσία και σ' αυτό οφείλεται η αντικατάσταση του ονόματος της100; Εάν η εκδοχή, ότι η πόλη Αρκαδία τελούσε και έδρα αρχιεπισκοπής αληθεύει, ενδε­χομένως να είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε και την ξαφνική ανάδειξη της Χριστιανούπολης σε μητρόπολη101, η οποία, από πριν «ούτε ως επισκοπή τυγ­χάνει γνωστή»101α. Όπως κι αν έχει όμως το θέμα, η μεσοβυζαντινή Αρκαδία, με βεβαιωμένη έκτοτε ιστορική παρουσία, εξακολουθεί ως τώρα τη διαχρονική της οικιστική συνέχεια.
Κυριώνυμο τοπωνύμιο το Βουρκάνον101, όπως έγχωρίως καλείται η μεσαι­ωνική Μεσσήνη, χωριό και κάστρο τον 14ο αιώνα103, επιβιώνει ως όνομα μέχρι σήμερα, χαρακτηρίζοντας το βουνό της Ιθώμης και το εκεί νεώτερο μοναστήρι
Πρόσφατα, διατυπώθηκε υπόθεση που ερμηνεύει το τοπωνύμιο από το παλαιο-σλαβικό V'lk' (= λύκος)> V'lkan104. Την Πύλον105 επίσης, είναι εξακριβωμένο ότι αντικατέστησε το σλαβώνυμο Άβαρϊνος> Ναβαρΐνος, το οποίο μαρτυρείται από τον 12ο αιώνα και αδιαλείπτως στο εξής106. Το τοπωνύμιο που βρίσκε­ται ακόμη σε χρήση, χαρακτηρίζει το λιμάνι και το φράγκικο κάστρο (= Παλιό Ναβαρίνο) που χτίστηκε στο ακρωτήρι Κορυφάσιο επάνω στα ερείπια της αρ­χαίας Πύλου. Ωστόσο, το πλησιόχωρο και άλλοτε σημαντικό χωριό, Πύλα, προδιαθέτει στο.να λανθάνει κρυμμένη στην ομόηχη ονομασία της η ανάμνηση της ένδοξης Πύλου107.
Την παρατεταμένη διαδικασία παρακμής του αρχαίου- παλαιοχριστιανικού κόσμου, της οποίας η πιο ισχυρή συνιστώσα, ήταν η βαθμιαία αντιαστικοποίηση- αγροτοποίηση της κοινωνίας108, κορύφωσε η καθολική έλλειψη ασφάλειας, συνέπεια, όπως αναφέρθηκε, εισβολών και επιδρομών. Η ανασφάλεια ενεργο­ποίησε αμφίρροπες μετακινήσεις πληθυσμών, που συνέβαλαν στον βαθύτατο μετασχηματισμό του οικιστικού δικτύου. Συνθέτοντας την προκύπτουσα μεσο­βυζαντινή οικιστική πραγματικότητα, στον χώρο της δυτικής Μεσσηνίας, συ­νοψίζουμε τα εξής:
α) Η Μεθώνη είναι η μόνη πόλη μακράς συνέχειας, που επέζησε με το αρ­χαίο της όνομα στην αρχαία της τοποθεσία.
β) Η Κυπαρισσία μετονομάζεται Αρκαδία, η Μεσσήνη Βούρκανο και η Πύ­λος Λβαρίνο.
γ) Η Κορώνη μετατοπίζεται στη θέση της αρχαίας Ασίνης, και
δ) Δημιουργούνται νέα πολίσματα, όπως η Χριστιανούπολη και η Καλαμά­τα109.
Σε επίπεδο πολεοδομικής οργάνωσης, στους κρίσιμους αιώνες (7ος-10ος), ολοκληρώνεται και η διαδικασία, η οποία ως έκφραση των αμυντικών ανα­γκών, μεταμόρφωσε τις πόλεις σε φρούρια ή κάστρα. Οι μεσοβυζαντινές πό­λεις, συρρικνωμένες στα τείχη τους, αναπτύσσονται δυναμικά-οργανικά απου­σία σχεδιασμού. Η Ιπποδάμεια πολεοδομική μορφή έχει προ πολλού εγκατα­λειφθεί110. Δυναμική ανάπτυξη και πυκνή δόμηση είναι αντιπροσωπευτικά γνωρίσματα πόλεων της μέσης περιόδου, που παρέμειναν αμετάβλητα πρότυ­πα οικιστικής πρακτικής στον ύστερο μεσαίωνα (13ο-15ο αιώνα)111.
Πηγαίες πληροφορίες για πόλεις-κάστρα, στα 1154, έχουμε στο έργο του Άραβα γεωγράφου Edrisi112 και μετά από μισό αιώνα στο «Χρονικό του Μορέως». Αλλεπάλληλες οικιστικές φάσεις, συνέχεια κατοίκησης και καταστροφές στις μεσοβυζαντινές πόλεις, δυσχεραίνουν την ανασύνθεση της αρχικής τους μορφής113. Ένα πελοποννησιακό ωστόσο παράδειγμα μεσοβυζαντινής πόλης- κάστρου παρέχει η «παλαιά Καρυούπολη»114. Στον αγροτικό χώρο παράδειγ­μα μεσοβυζαντινής εγκατάστασης με ναό και οικοδομήματα ανεσκάφη στα Νίχώρια Μεσσηνίας115.
Ο Βενέδικτος του Πήτερμπρω στα 1191 παρατηρεί, ότι η περιοχή της Κο­ρώνης (Curun) είχε τόσες πολλές ελιές, όσες πουθενά στον κόσμο116. Πράγματι, η οικονομική ευμάρεια επιβεβαιώνεται από έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Ένας ικανός αριθμός εκκλησιαστικών μνημείων του 11ου και 12ου αιώνα έχει καταγραφεί. Σπουδαιότερα είναι η Αγια-Σωτήρα στους Χριστιανούς και τα καθολικά του Ανδρομονάστηρου και της Σαμαρίνας111.
Τις παραμονές της Φραγκοκρατίας, η οικονομία ελεγχόταν από τοπικούς άρχοντες με μεγάλες ιδιοκτησίες. Στη Συνθήκη Διανομής (Partitio Romanie) των βυζαντινών εδαφών μεταξύ Σταυροφόρων και Βενετών, το 1204, μνημονεύο­νται κτήματα της Ειρήνης, κόρης του αυτοκράτορα Αλέξιου του Γ' (1195-1203), τα μεσσηνιακά χωριά Μύλοι (Molineti) και Παντοκράτορας (Pantocratora)118

Φραφκοκρατία119.
Η φραγκική κατάκτηση120 των παραλιακών κάστρων της Μεσσηνίας (Μεθώνη, Κορώνη, Καλαμάτα), το 1205, ήταν γρήγορη και εύ­κολη. Μετά τη «μοναδική μάχη» στον Κούντουραν ελαιώνα121, κάπου στη μεσ­σηνιακή πεδιάδα122, θα συνθηκολογήσει μετά από πολιορκία και η Αρκαδία123. Σχεδόν ταυτόχρονα, οι Βενετοί, εγκαθίστανται στα λιμάνια της Μεθώνης και της Κορώνης (1206-7), ενώ με τη συνθήκη της Σαπιέντζας (1209), επισημοποι­ούν την κατοχή των δύο θέσεων124. Την περίοδο αυτή, λοιπόν, βρίσκουμε τη δυτική Μεσσηνία διαιρεμένη στα δύο, με το βόρειο τμήμα της (περιοχή της Αρ­καδίας) να είναι φράγκικο και το νότιο (Μοθωκόρωνα), σταθερά εξαρτημένο από τους Ενετούς, μέχρι το 1500.
Το φεουδαρχικό καθεστώς, που επέβαλαν οι Φράγκοι, κατακερμάτισε το «Πριγκιπάτο της Αχαΐας» σε βαρονίες, οι οποίες υποδιαιρέθηκαν σε φέουδα. Σε πλεονεκτικές θέσεις άρχισαν να κατασκευάζονται νέα κάστρα-κατοικίες των ευγενών, σύμβολα εξουσίας, για να διασφαλίζουν τα εδάφη τους, αλλά και για να ελέγχουν τους ντόπιους πληθυσμούς και τα περάσματα125.
Η βαρονία της Αρκαδίας, συνημμένη αρχικά μ' αυτή της Καλαμάτας, κάτω από την κυριότητα των Βιλλεαρδουΐ'νων, θ' αποτελέσει το 1262 (χρονιά που οι Βυζαντινοί ανακτούν ερείσματα στο Μοριά) ιδιαίτερη βαρονία. Η ιστορία της είναι καλά γνωστή126, ενώ αποτελεί και την τελευταία βαρονία του φράγκικου Μοριά, η οποία το 1432 περιήλθε στα χέρια του Θωμά Παλαιολόγου. Άλλες μεσσηνιακές βαρονίες ήταν τών Γριτσένων στους Λάκκους127, του Νιβηλέ (Nivelet) στη νότια Μεσσηνία128 και του Saint Sauveur στα Κοντοβούνια129. Στα βόρεια του μεσσηνιακού Αυλώνα, εκτεινόταν η περιοχή (ό δρόγγος) των Σκορτών130.
Εξαιτίας της φραγκοκρατίας, η ορθόδοξη αρχιεπισκοπή Χριστιανουπόλεως καταργήθηκε (1222) και τα εδάφη της διαμοιράστηκαν ανάμεσα στις λατινι­κές επισκοπές της Μεθώνης και της Κορώνης, οι οποίες υπάγονταν στην αρ­χιεπισκοπή Πατρών131.
Η περίοδος της Φραγκοκρατίας μέχρι το τρίτο τέταρτο του 13ου αιώνα, κά­τω από τους ισχυρούς πρίγκιπες Βιλλεαρδουΐνους (1209-1278)132, που είχαν καταφέρει να ελέγχουν ολόκληρη την Πελοπόννησο, χαρακτηρίζεται από σχε­τική σταθερότητα και ειρήνη. Μετά όμως από τα γνωστά γεγονότα που ακο­λούθησαν τη μάχη της Πελαγονίας (1259)133, με αποτέλεσμα να επανακτήσουν οι Βυζαντινοί βάσεις στον Μοριά (1262), αρχίζει μια μακρά περίοδος έντονης ανασφάλειας που θα διατηρηθεί μέχρι την οριστική τουρκική κατάκτηση, το 1460 ή, μάλλον, καλύτερα μέχρι το 1500, χρονιά που οι Τούρκοι καταλαμβά­νουν και τις βενετικές κτήσεις της Μεσσηνίας.
Ευθύς μετά την εγκατάσταση των Βυζαντινών ακολουθεί ο φραγκοβυζαντινός πόλεμος (1263-64), που κρίθηκε υπέρ των Φράγκων στο Μακρυπλάγι134. Αποτέλεσμα των συγκρούσεων, που δεν σταμάτησαν, ήταν η ερήμωση της υπαίθρου135. Τους επόμενους αιώνες η Πελοπόννησος φέρεται διχοτομημένη: στα δυτικά το «Πριγκιπάτο», υπό την κυριαρχία των Ανδεγαυών136 που το δι­οικούσαν από μακριά μέσω βαΐλων, εξασθενεί και συρρικνώνεται· το «Δεσπο­τάτο» ανατολικά, προοδευτικά διευρύνεται προς τα δυτικά. Έτσι η Μεσσηνία, δεν άργησε να καταστεί μεθοριακή περιοχή και η κατασκευή επιπλέον οχυρών να θεωρηθεί αναγκαία. Ήδη στα τέλη του 13ου αιώνα ο Γουλιέλμος de la Roche κτίζει τήν Δημάτραν (1285)131, ο Νικόλαος Β' Saint Omer το κάστρον τοΰ Άβα-ρίνου (1287)138 και η πριγκίπισσα Ισαβέλλα το CMteauneuf/ Νεόκαστρο (1297), για να προστατεύσει τους χωρικούς της Αρκαδίας και του Ναβαρίνου από την φορολογία των Ελλήνων του Μυστρά και του Γαρδικιού139. Λόγω της κατά­στασης, με την αλλαγή του αιώνα, από τον 13ο στον 14ο, κάποιες πεδινές πό­λεις αναγκαστικά μετατοπίζονται σε υψηλότερες υψομετρικά, κοντινές, πιο ασφαλείς τοποθεσίες140.
Η ανασφάλεια στο δεύτερο μισό του 14ου και στον 15ο αιώνα θα ενταθεί και θα γενικευτεί. Πλην των φραγκοβυζαντινών συγκρούσεων, επιδρομές από Καταλανούς και Τούρκους πειρατές141, η μαύρη πανώλη (1347-48) που θανάτωσε το ένα τέταρτο του πληθυσμού142, η παρουσία Λατίνων τυχοδιωκτών, όπως αυ­τοί της Εταιρείας των Ναββαραίων143, οι Αλβανοί μετανάστες που ενεργούσαν ληστρικές επιδρομές144 και επαναστάσεις145, κυρίως οι φοβερές εκστρατείες των Οθωμανών που συγκλόνιζαν ολόκληρη τη βαλκανική146, οι αδελφοκτόνες διαμάχες μεταξύ των τελευταίων Παλαιολόγων και τέλος οι τουρκοβενετικοί πόλεμοι (1463-79, 1499-1503), αποτέλεσαν ένα σύνθετο πλαίσιο παραγόντων που οδήγησε στη μετακίνηση πολλών κατοίκων σε ασφαλέστερες ορεινές περιο­χές και ερμηνεύει τις ερημώσεις οικισμών147, αλλά και τον ασυνήθιστο πολλα­πλασιασμό των κάστρων στη Μεσσηνία, κατά τον 14ο αιώνα.
Το 1417, ο Ιωάννης Η Παλαιολόγος με τον αδελφό του δεσπότη Θεόδωρο Β' (1407-1443), καταλαμβάνουν, κατά τον ανώνυμο του «Πανηγυρικού εις Πα­λαιολόγους», την Ανδρούσα και τριάντα μεσσηνιακά φρούρια και πόλεις148, κτήσεις του τελευταίου πρίγκιπα Κεντυρίωνα Β' Ζαχαρία, κυρίου της Αρκα­δίας. Δυστυχώς τα ονόματα τους δεν αναφέρονται. Θα μπορούσαμε ωστόσο να εννοήσουμε εδώ πολλά από τα άστεα, κώμαι, πολίσματα και φρούρια που πα­ραχώρησε, το 1428, ο δεσπότης Θεόδωρος Β' στον αδελφό του Κωνσταντίνο (μελλοντικό τελευταίο αυτοκράτορα), και απαριθμεί ο Σφραντζής1480. Σε βοήθεια του πρίγκιπα σπεύδει εκεί, περί το 1422, ο Έρκολε Τόκκο (=Ηρακλής, νό­θος γιος του Καρόλου Α Τόκκου) και όπως μας διηγούνται κάποιοι από τους τελευταίους πενήντα στίχους του «Χρονικού των Τόκκων»:
Άφοϋ γαρ άποσώθησαν έκεϊ είς τήν Άρκαδίαν,/ έσμιξαν και τον πρίγκιπος ολίγοι στρατιώται./ Ήπήρεν τους ό Έρκούλιος, έδιέβη εις το κοϋρσον./Και ύπήγεν και έκούρσευσεν είς τών Ρωμαίων τον τόπον,/τήν Γιάννιναν, τήν Γούταιναν, τά Χιλιοχώρια όλα./ Κούρση ήπήρασιν πολ­λά, άπειρα, υπέρμετρου,/ ήχμαλωσίαν έκαμαν, πολλές ψυχές έπιασαν149.
Οι Ενετοί, αντιλαμβανόμενοι τις επιταγές των καιρών επεκτείνουν την εξουσία τους βόρεια. Το 1423 αγόρασαν το Ναβαρίνο και προσάρτησαν τα κά­στρα των Μύλων (Moline), Νίκλαινας (Nicline) και Αγίου Ηλία (Sancte Elie)150. Δύο χρόνια αργότερα (1425), παζάρεψαν την εγκατάσταση στα τελευ­ταία 5.500 Αλβανών για να υπερασπίζουν την αποικία τους151.
Βλέπουμε λοιπόν ότι στις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα, η περιοχή των Κοντοβουνίων βάλλεται κύκλωθεν ασφυκτικά από τρεις ανταγωνιστικές μετα­ξύ τους δυνάμεις: των Βυζαντινών ανατολικά, των μισοδιαλυμένων Φράγκων δυτικά και των Ενετών από νότια. Το 1432 το Πριγκιπάτο επιτέλους εξαφανί­ζεται, μια γενιά ωστόσο αργότερα (1460), ο σουλτάνος Μεχμέτ Β' (ο πορθητής) θα καταλύσει οριστικά και το Δεσποτάτο. Η έκβαση της κατάκτησης για τον τοπικό πληθυσμό των Κοντοβουνίων θα είναι καταστροφική.



Κατάληψη Σαφλαούρου και Κάστρα Κοντοβουνίων
Η πε­ρίοδος της Πρώτης Τουρκοκρατίας152 αρχίζει με τη δεύτερη εκστρατεία του σουλτάνου Μεχμέτ Β, στην Πελοπόννησο. Αυτός, αφού παρέλαβε τον Μυστρά (Πέμπτη 29 Μαΐου 1460153) και την Βορδώνιαν, κατέλαβε το Καστρίτζινκαι το Γαρδίκιν (στο οποίο είχε καταφύγει ο πληθυσμός του Λεονταρίου), τους αιχ­μαλώτους του οποίου, κάπου 6.000, κατέσφαξε. Τα κάστρα Αγιος Γεώργιος και Καρύταινα αμέσως παρεδόθησαν154. Κατήλθε στα Κοντοβούνια, και όπως μας διηγείται ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης:
άλλα <τε> και Σαλβάριον και Αρκαδία, έπίνειον της ταύτη χώρας,/ προς τη Πύλω φκημένη, πόλις έχυρωτάτη. τούτους μεν ως/ παρέλαβε βασιλεύς, τοϊν πολέοιν τους άνδρας τε και γυναίκας,/ ες φυλακήν έποιήσατο σύμπαντας, ες μύριους μάλιστα συνα/θροισθέντας, και ώρμητο μεν ως άποκτενων, μετά δε επεμπεν ες/ την Βυζαντίου χώραν ες τά προάστεια ως οίκήσοτας155.
Την πληροφορία επαναλαμβάνει και ο ανώνυμος του λεγομένου «Χρονικού περί των Τούρκων σουλτάνων»:
Τότε ήρθε και έπαραδόθη και το κάστρο το/ Σαλβάρι οπού ήτονε κοντά εις τον Άβαρίνο. Και έμάζωξε άπό κει το γύρο/ δέκα χιλιάδες χριστιανους καί τους έστειλε 'ς την Κωνσταντινούπολι διά να/ τήνε γεμίση, διατί δέν είχε πολλούς ανθρώπους156.
Ο Δούκας, χωρίς να προσδιορίζει συγκεκριμένο τόπο αιχμαλωσίας, αναφέ­ρει:
Μετοικίσας εκ της Πελοποννήσου φαμελιάς δισχιλίας δήπου καί παίδας ισαρίθμους, τους μέν παίδας εις νεόλεκτον στρατόν κατεγράψατο, τάς δε οικίας (τις οικογένειες) εν τω της Πόλεως μέρει κατέθετο157.
Αν χρησιμοποιήσουμε έναν οικογενειακό συντελεστή επί 4 158 για τις δυο χι­λιάδες οικογένειες, και προσθέσουμε τα δύο χιλιάδες αγόρια, αθροίζουμε 10.000 ψυχές αιχμαλώτων, αριθμό που συμφωνεί ακριβώς με τις παραπάνω πηγές159. Ο Κριτόβουλος ο Ίμβριος τέλος, αναφέρεται βραχύλογα στους μο­ραΐτες που οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη160.
Σε μια τουρκική απογραφή του 1498, ξαναβρίσκουμε τον ίδιο αριθμό οικο­γενειών (2.003), από παλιούς αιχμαλώτους πολέμου ως μισακάρηδες-δουλοπάροικους στο χας (hass) του σουλτάνου, στα προάστια της Κωνσταντινούπο­λης161. Πόσοι άραγε από τους απογεγραμμένους να ήσαν οι βίαια εκπατρισμέ­νοι Κοντοβουνήσιοι Αρκαδινοί από το κάστρο Σαλβάριον161α δεν γνωρίζουμε, γνωρίζουμε όμως τη θέση του κάστρου.
Ανάμεσα στα χωριά Λαντζουνάτου (Χ15, 550μ. Α), Ξεροκάσι (Χ36, 1,4 χλμ. ΒΔ) και Καλογερέσι (Χ16, 1,5 χλμ. ΝΝΔ), επάνω στην κορυφή κωνικού υψώματος, επισημαίνουμε το μεσαιωνικό κάστρο για το οποίο διατηρούνται τα τοπωνύμια: Σαφλαούρι (το), Σαφλαούρος (ο), Σαφλαούρου ή Τσαφλαούρου (του)162. Στις πηγές πρωτοεμφανίζεται το 1428 στο «Μεγάλο Χρονικό» του Γεωργίου Σφραντζή, ανάμεσα στους τόπους που παραχωρούνται στον Κωνστα­ντίνο Παλαιολόγο· αναγράφεται στον τύπο της ονομαστικής ως Σανλάονρος μετά τον 'Αρχάγγελο και πριν από τα Ιωάννινα και τη Λιγούδιστα163. Το ξανα­συναντάμε επίσης σε ενετικούς καταλόγους των κάστρων της Πελοποννήσου κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα: το 1450 (San Vlario)164, το 1463 (αρχή πρώτου τουρκοβενετικού πολέμου) στον πρώτο κατάλογο του Stefano Magno (Saimro/ S. Laureo)165 να βρίσκεται στην κατοχή της Βενετίας, ενώ στα 1467 και 1469 με την ένδειξη (R) ότι είναι ερειπωμένο (R S. Lauro/San Lavro R) και κάτω από τουρκική διοίκηση166. Από αντίστοιχο κατάλογο του έτους 1471167 απουσιάζει. Τελευταία φορά σημειώνεται το 1554 στον χειρόγραφο χάρτη του Battista Agnese (Saluara)168. Για το περίεργο, όπως χαρακτηρίζει ο Antoine Bon, όνομα του Σαφλάουρου, νομίζω ότι πρόκειται για ανθρωπωνύμιο, από τον κάτοχο δηλαδή του τόπου (κυριώνυμο), πιθανότατα κάποιον εξελληνισμέ­νο Σλάβο με το επώνυμο Σαφλάονρος ή Σαφλαονρης169. Το κάστρο απ' όσο ξέ­ρω είναι αδημοσίευτο170, απ' ένα βιαστικό ωστόσο σκαρίφημα κάτοψης που έγινε τον Νοέμβριο του 1999 και παρουσιάζω πιο κάτω, θα σχηματίσουμε, πι­στεύω, μια έστω πρόχειρη, προς το παρόν, εικόνα.
Νοτιοδυτικά του Σαφλάουρου σε ευθεία απόσταση έξι χιλιομέτρων, πολύ κοντά στην Πάνω Βούταινα (Χ25, 300μ. ΝΔ), τα χαλάσματα ενός κάστρου στο ύψωμα (743μ.), μας επιτρέπουν την ταύτιση με τη Γούταινα που συναντή­σαμε στο «Χρονικό των Τόκκων» μαζί με τη Γιάννινα και τα Χιλιοχώρια171.
Αυτή, την ξανασυναντάμε στους καταλόγους του 1450 (Vurinax)112 και 1463 (Vutina)112. Στο κάστρο, σοβαρά ερειπωμένο, διασώζεται όρθια μόνο μια μικρή τοξωτή θύρα με χωνευτές στους τοίχους οπές για τις ξύλινες αμπάρες (εικ.26).
Ως γνωστόν, η σειρά αναγραφής των τόπων στους καταλόγους έχει εν γένει την αντιστοιχία της στην ακολουθία με την οποία τα συναντάει κανείς στον γε­ωγραφικό χώρο. Αυτό βοηθάει να προσδιορίζουμε, κατά το δυνατόν, πού περί­που μπορεί να βρίσκεται μια αταύτιστη καταγραφή της οποίας το όνομα έχει πλέον εξαφανιστεί ή ακόμη και να εντοπίζουμε τη θέση της. Το αυτό επιχειρώ για την άγνωστη Γιάννινα174.
Η πρώτη αναφορά του τοπωνυμίου στις πηγές (Γιάννινα) γίνεται περί το 1422 στο «Χρονικό των Τόκκων», όπως είδαμε, μαζί με τη Βούταινα, όπου και τοποθετούνται οπωσδήποτε στα νότια της Αρκαδίας, αφού επιστρέφοντας, με­τά από το κοϋρσον, ο Ηρακλής Τόκκος ξανά στην τελευταία, τον παρακολου­θούμε να πλησιάζει τα Φιλιατρά175. Το 1428 ο τοπογραφικός προσδιορισμός γίνεται σαφέστερος, αφού Ιωάννινα αναγράφονται στον Σφραντζή μεταξύ του Σαφλάουρου και της Λιγούδιστας176, ενώ στον κατάλογο κάστρων του 1450 (Granina)177 μεταξύ της Βούταινας και του Αοΐ (Loi)178. Δεδομένου ότι οι ανα­φερόμενοι τόποι έχουν εξακριβωθεί, αν θεωρήσουμε τις νοητές γραμμές Σαφλάουρου-Λιγούδιστας και Βούταινας-Λοΐ, κάπου στην τομή τους πρέπει να βρίσκεται λογικά και η Γιάννινα που αναζητάμε. Πράγματι, βρίσκουμε τοποθε­σία Κάστρο ή Παλαιόκαστρον179 σε επιλεγμένη, για λόγους ασφάλειας, κορυφή λόφου (630 μ.) με άφθονα κατάλοιπα ενός μεσαιωνικού οδοθούν στη Γιάννινα. Η θέση βρίσκεται στην εύφορη κοιλάδα μεταξύ των χωριών Χαλβάτσου (Χ29), Πολένας (1927 Πλατανόβρυση), Κάτω Βούταινας (Χ26) και Ράδου (Χ34). Στον κατάλογο του 1463 ξανασυναντάμε τη Γιάννινα (Jonava/ Janina) μαζί με τη Βούταινα180, σ' αυτούς του 1467 και 1469 (R Janina/ Ianina R) εις το τέλος μιας χωρογραφικής ακολουθίας με κα­τεύθυνση νοτιοδυτική181, και το 1471 με το όνομα Janina-Villa182. Έκτοτε το όνομα της183 εξαφανίζεται, δεν αναφέρεται σε καμιά απολύτως από τις νεότε­ρες γραπτές πηγές, γεγονός άλλωστε που την κράτησε σε αφάνεια από τους ερευνητές της μεσαιωνικής γεωγραφίας.
Αλλα κοντοβουνιώτικα Παλ(α)ιόκαστρα, ακόμη λιγότερο γνωστά απ' αυτά της Μίλας και του Αϊτού, βρίσκονται ερειπωμένα όπως η οχυρωμένη κορυφή στο Μαγγανιακό (900μ. ΔΒΔ, ύψ. 612μ.) που συναντάμε στον κατάλογο του 1463 πριν την Ανδρούσα (Drusa)184, κάστρο απροσδιόριστης ηλικίας που επανοικοδομήθηκε στον μεσαίωνα ή άλλο που ερημώθηκε τελείως, χωρίς να αφή­σει τ' όνομα του στη θέση Κάστρο, μεταξύ των χωρίων Κλωνί185 (Χ12, 800μ. ΔΒΔ) και Ραφτόπουλου (Χ9, 1,4 χλμ. ΑΝΑ). Του τελευταίου εντοπίζονται θε­μέλια σπιτιών περί την κορυφή του λόφου (660μ.), η έρευνα των οποίων καθί­σταται αδύνατη χωρίς ανασκαφικά μέσα. Μια άλλη σειρά μεσαιωνικών θέσεων μπορεί να προσδιοριστεί από τη μελέτη του τοπωνυμικού186, τα αποτελέσματα της οποίας πρέπει όμως να διευκρινιστούν επιτόπου.

Αλβανικοί οικισμοί
Οι Αλβανοί187 πρωτοεμφανίζονται στην Πελο­πόννησο στα μέσα του 14ου αιώνα, μετά από τη μαύρη πανώλη (1347)188, όταν ο δεσπότης Μανουήλ Καντακουζηνός (1348-1380) τους εγκατέστησε στην πε­ριοχή της Βελιγοστής, απ' όπου και εξαπλώθηκαν αργότερα μέσα στην Μεσση­νία. Η εκτενής μετανάστευση τους ωστόσο λαμβάνει χώρα στις αρχές του 15ου αιώνα (1405), όταν ο δεσπότης Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος (1383-1407) δέχτηκε δέκα χιλιάδες αλβανούς189.
Μια τρίτη διείσδυση επισημαίνεται αργότερα (μετά το 1418190). Οι νεοφερμένοι, ημινομάδες κτηνοτρόφοι οργανωμένοι σε πάτριες (φάρες), κατοικούσαν σε προσωρινού χαρακτήρα μικροσυνοικισμούς, «κατούνες», τις οποίες αποτελούσαν «τέντες» {tents)191, ποιμενικές καλύβες δηλαδή με κάλυψη από χοντρό υφαντό τραγόμαλο. Σύντομα πολλαπλασιάστηκαν δη­μογραφικά, Λατίνοι και Έλληνες, χρησιμοποίησαν τις μισθοφορικές στρατιω­τικές τους ικανότητες και τους παραχώρησαν γη σε ακατοίκητα μέρη. Οι οικι­σμοί τους δεν άργησαν να αποκτήσουν μορφή μόνιμων χωριών192.
Από ένα τουρκικό κατάστιχο των τιμαρίων της βορειοδυτικής Πελοποννή­σου, που ανάγεται στα έτη 1461/1463, αμέσως δηλαδή μετά την οθωμανική κα­τάκτηση, αντλούνται πληροφορίες για την εθνολογική συγκρότηση και την οι­κιστική μορφή σ' αυτό το τμήμα της χώρας. Το ενδιαφέρον στο παραπάνω (εκτός από τα ονόματα χωριών, τον αριθμό φορολογήσιμων νοικοκυριών κ.λπ.) είναι ότι διακρίνει τα χωριά που σημειώνει σε Ελληνικά και Αλβανικά. Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος που το επεξεργάστηκε διαπιστώνει: «Ο ελληνικός πληθυσμός (48,69%) ήταν συγκεντρωμένος σ' οχυρωμένες κωμοπόλεις ή αρκετά μεγάλα χωριά», αντιθέτως οι Αλβανοί (51,31%) κατοικούσαν σε μεγάλο αριθμό μικρών διάσπαρτων χωριών193. Το γεγονός συμφωνεί με όσα γράφει για τις οικιστικές προτιμήσεις των Αλβανών και ο ανώνυμος πανηγυριστής των Παλαιολόγων:
<Καί τανϋν> φκισται σποράδην <έκείνη> καί κατά/ μικρόν υπ' Αλβα­νών, γένους Ιλλυρικού ξύμπασα καί κωμηδόν/ νομαδικόν γαρ το γένος καί λυπρόβιον, ου πόλεσιν, ου φρουρίοις,/ ου κώμαις, ουκ άργοϊς, ουκ άμπελώσιν, αλλ' δρεσι χαΐρον καί/ πεδιάσιν. Αϊ δέ πόλεις καθαρόν έτι σώζουσι το έλληνικόν γένος194.
Το ίδιο κατάστιχο καταγράφει και δυο αλβανικά χωριά του ναχιέ (nahiye) της Αρκαδίας. Ένας δεύτερος τόμος που αποτελεί συνέχεια του πιο πάνω, κα­ταγράφει άλλα 12 χωριά και 2 αγροτικές περιοχές (mezraa) του ίδιου ναχιέ195. Από τις 341 συνολικά εστίες στα 14 χωριά (kariye) της Αρκαδίας οι 66 (19,3%) ήταν αλβανικές.
Πολύ αργότερα στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1685-1715), ο προνοητής Θαδδαίος/ Tadio Gradenigo στην έκθεση του (1692), γράφει ότι ο πληθυσμός του Βασιλείου του Μορέως (116.000) «συνίστανται σε Έλληνες καί σε γηγενείς 'Αρβανίτες (Albanesi nativi)»196 και ο προκάτοχος του στην ίδια θέση Ιάκωβος Κορνέρ/ Corner (1691), ότι «οί χωρικοί πού λέγονται 'Αλβανοί δεν γνωρίζουν άλλο επάγγελμα από την καλλιέργεια της γης καί μισούν τις λέξεις στρατιώτης καί πόλεμος»197. Ο σύνδικος καταστιχωτής Μαρίνο Μικιέλ/ Michiel, γράφει (1691), ότι η πεδιάδα των Λάκκων (Lacus) «είναι κατάσπαρτη από χωριά, πού κατοικούνται από Αλβανούς»198. Αλβανούς της Μεσσηνίας περιγράφει το 1797 και ο Αντουάν Λωράν Καστελλάν/ Castellan199.
Η ανάμιξη και συμβίωση ωστόσο, των Αλβανών με τους Έλληνες κάτω απ' τους Οθωμανούς, κυρίως η ομοδοξία τους στην Ορθοδοξία, άμβλυνε τις δια­φορές των δύο κοινοτήτων και σταδιακά τους αφομοίωσε. Αναφερθήκαμε ήδη στην αλβανόφωνη νησίδα της Τριφυλίας200. Η τοπωνυμική εξέταση επίσης επι­βεβαιώνει την αλβανική παρουσία και σε ορισμένα χωριά των Κοντοβουνίων, όπως η Μάλη (Χ6, mali= 'βουνό'), το Λούμι (Χ40, lumi= 'ποτάμι') ή άλλα, με ονόματα προερχόμενα από γνωστά αλβανικά επώνυμα, όπως των Μουζάκη (Muzaqi) και Βαριμπόπη (Varibopi)201.




Οικιστικά του ύστερου Μεσαίωνα
Για να μπορέσει να γίνει αντι­ληπτή η οικιστική συγκρότηση κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες του μεσαίω­να, θέσαμε στον χάρτη της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου όσα τοπωνύμια εμφανί­ζονται στις μεσαιωνικές πηγές μέχρι το έτος 1500 (χάρτης4). Εκτός από την αποδελτίωση φιλολογικών πηγών και δημοσιευμένων εγγράφων, συμβουλευτή­καμε αντίστοιχες εργασίες με σπουδαιότερες αυτές των Bon, Longnon και Topping, ή μεμονωμένες μελέτες που αφορούν ένα συγκεκριμένο τόπο ή κάποια μικρή περιοχή202.Στον χάρτη σχεδιάζονται οι υψομετρικές καμπύλες ανά 500μ. με σκοπό να γίνει σαφέστερη η έκταση του ορεινού εποικισμού και η κατανομή του πλέγματος των οικισμών στον πεδινό και ορεινό χώρο. Για τους οικισμούς χρησιμοποιούνται τέσσερα διαφορετικά σύμβολα που τους διακρίνει:
α) Σε τοιχισμένες κωμοπόλεις, φρούρια ή κάστρα με ή χωρίς οικισμό γύρω ή κάτω από τον οχυρωμένο πυρήνα, και
β) Σε ανοχύρωτους οικισμούς που ενδεχομένως να διέθεταν για άμυνα κά­ποιον πύργο, όπως το Μανιατοχώριν103, η Πέτρινα, για την όποια σώζεται το Κώμης εκφρασις του Ιωάννη Ευγενικού204, και τα Κρέστενα (Christiana), για τα οποία διαθέτουμε περιγραφή του πύργου τους σε έγγραφο του 1354, την πρώτη γνωστή περιγραφή πελοποννησιακού πύργου στον μεσαίωνα205.
γ-δ) Με διαφορετικά σύμβολα σημειώνονται όσοι οχυρωμένοι ή ανοχύρω­τοι οικισμοί πρωτοεμφανίζονται στις πηγές πριν το 1205· επίσης σημειώνο­νται τα μοναστήρια. Τα τοπωνύμια αναγράφονται ως επί το πλείστον σε ελλη­νική γραφή, στον πλέον αποδεκτό τύπο, ενίοτε, εντός παρενθέσεως, ακολουθεί η χρονολογία της πρώτης γνωστής μέχρι σήμερα μαρτυρίας στις γραπτές πη­γές. Περιττό ν' αναφέρω ότι ένας σημαντικός αριθμός κατοικημένων τόπων που συναντάμε στα κείμενα παραμένει αταύτιστος, και προφανώς δεν σημειώ­νεται στον χάρτη206, ή ότι ένας επιπλέον αριθμός υφισταμένων τότε οικισμών δεν έτυχε να αναφερθεί σε κάποιο από τα γνωστά μας κείμενα.
Με μια πρώτη μάτια στον χάρτη, εντυπωσιάζεται κανείς από τον μεγάλο αριθμό των ορεινών οχυρών. Οι καταστάσεις γενικής ανασφάλειας που ίσχυαν από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα, για τις οποίες ήδη έγινε λόγος, βρίσκουν την έκφραση τους ακριβώς στην ανάπτυξη ενός πυκνού οχυρωματικού δικτύου, χαρακτηριστικό εξάλλου της εποχής εκείνης, διαπιστωμένο ευρύτερα στην οι­κιστική συγκρότηση της Βαλκανικής.
Τα κάστρα εντοπίζονται, κατά κανόνα, επάνω σε λόφους και οξυκόρυφα βουνά, κάποτε μάλιστα δυσπρόσιτα σε πολύ μεγάλα υψόμετρα, για να εκμεταλ­λεύονται πλήρως την επιπλέον φυσική οχύρωση που τους προσδίδει η μορφή του εδάφους. Φαινομενικά εξαρτώνται μεταξύ τους με σχέσεις οπτικής επαφής, που πιθανόν δεν ήταν συνειδητές. Μάταια πάλι θα ψάξει κανείς να ανακαλύψει μια γεωμετρική λογική ή ένα γενικό σχέδιο οργάνωσης κάτω από το οποίο το­ποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του γεωγραφικού χώρου, αποτέλεσμα άλ­λωστε του περίπλοκου τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκαν, από ανταγωνι­στές με διαφορετική αντίληψη: Βυζαντινούς άρχοντες, Φράγκους φεουδάρχες και Ενετούς αξιωματούχους, μέσα σε μια κατακερματισμένη χώρα, κτισμένα βιαστικά σε μια ταραγμένη εποχή, όπου η αλλαγή συνόρων γινόταν εύκολα.
Ελάχιστα ποσοτικά στοιχεία διασώθηκαν για τα πληθυσμιακά μεγέθη των με­σαιωνικών οικισμών. Στον κατάλογο με τα φέουδα του 1391 σημειώνονται ση­μαντικές πεδινές πόλεις στην ιστορία του Πριγκιπάτου όπως η Γλαρέντζα (Clairence), η Καλαμάτα (Calemate) και ή Ανδρούσα (Drusa) με 300 εστίες (σπί­τια), ενώ ορεινά κάστρα όπως το Crevecoeur (Crevecuer) και το Σανταμέρι (Saint Homer) με 400 και 500 εστίες. Η Γκρεμπενή (Gravenil) 200, το Σιδηρόκα­στρο (Castel de Fer) και το Φανάρι (Fanare) 150, το Αράκλοβο (Porcelle), η Ακου­μπά (Combe) και ο Αρχάγγελος (Saint Archangel) από 100 εστίες207. Εκτός από την τάξη μεγέθους των οικισμών, είναι σαφές στον κατάλογο ότι ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού κατά τα τέλη του 14ου αιώνα είχε ήδη μετατοπιστεί στα ορεινά. Από έγγραφα της οικογένειας Acciaiuoli, επίσης του 14ου αιώνα (1354), που απογράφουν ονομαστικά πάροικους σε μεσσηνιακά χωριά, μαθαίνουμε ότι το Κρεμμύδι (Cremidi) είχε κάποτε πριν από την πανώλη 84 εστίες, το Γρίζι (Grisi) 67, το Βουρκάνο (Bulcano) 61 και το Πετόνι (Pettonii) 76 208. Το κάστρο Αρχάγγελος (Archangelo) είχε 120 τοξότες209. Τέλος στο τουρκικό κατάστιχο του 1461/63, ξαναβρίσκουμε το Βουρκάνο (Vurchanos) με 7 μόνο οικογένειες, τη Γκρεμπενή (Ghrebini) με 122, τον Αρχάγγελο (Arkhangeli) με 28, το Λοΐ (Loy) με 66, τον Πλάτανο (Platana) με 17 και το Χαλαζώνι (Kalazoni) με 9 εστίες210.
Δημοσιευμένα παραδείγματα από τειχισμένες πόλεις και κωμοπόλεις του ύστερου μεσαίωνα όπως ο Μυστράς211, το Γεράκι212, το Μουχλί213, το Λεοντάρι214, ο Λογκανίκος215 και το πλήθος των θέσεων της βορειοδυτικής Πελοπον­νήσου που κατέγραψε το «Πρόγραμμα του Μορέα»216, επιτρέπουν να σχηματί­σουμε σαφή αντίληψη για τα αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά και τη δίδυμη οικιστική τους μορφή: φρούριο (ακρόπολη) και κάτω πόλη (μπούργος)217 Θα σταθώ ωστόσο στο Αράκλοβο όχι τόσο για τη βυζαντινή του καταγωγή, αλ­λά γιατί αποτελεί ένα μέσο τυπικό παράδειγμα. Μικρό οχυρό στα δυτικά Σκορτά, διάσημο για τον υπερασπιστή του Δοξαπατρή Βουτζαρά218, ταυτισμέ­νο τα τελευταία χρόνια με το κάστρο στο χωριό Χρυσούλι219. Το σύνολο διαι­ρείται από δύο επάλληλους οχυρωματικούς περιβόλους σε τρία μέρη. Στο υψη­λότερο φυσικό σημείο του χώρου, ενταγμένος μέσα στον μικρό περίβολο (γουλάς/reduit) έχει κατασκευαστεί πύργος (donjon), τελευταίο καταφύγιο. Ο μεγά­λος περίβολος, προστατεύει κάποιες απ' τις κατοικίες, ενώ στην εξωτερική του πλευρά απλώνεται στην κατηφορική πλαγιά το υπόλοιπο ανοχύρωτο τμήμα του αστικού οικισμού (borgo). Τα σπίτια, ορθογώνια αυτόνομα μακρινάρια εί­ναι κτισμένα με ξερολιθιά220.
Παράδειγμα του τύπου «ανοχύρωτο χωριό» στα νότια Κοντοβούνια αποτε­λεί το χωριό Σκάρμιγγα221. Στις πηγές εμφανίζεται το 1212 (Escaminges)222.
Μια πλούσια πηγή νερού που τρέχει κάτω από το ιερό του μεσοβυζαντινού να­ού του Σωτήρος223 αποτελούσε τον πυρήνα του αγροτικού οικισμού, στη γύρω περιοχή έχει βρεθεί βυζαντινή κεραμική224. Το τοπωνύμιο Πέρα χωριό225, λίγο δυτικά, εκεί όπου η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, είναι δηλωτικό για τη θέση κάποτε του οικισμού, το οποίο σήμερα έχει μετατοπιστεί 800 μ. ΝΝΔ και έχει μετονομαστεί Μεταμόρφωσις.



Οχυρές θέσεις, όπως το Γαρδίκι και ο Σαφλάουρος, ήταν πιθανώς μόνο κά­στρα χωρίς οικισμό. Το τελευταίο, σε χαρακτηριστικής στρατηγικότητος κορυ­φή με υψόμετρο 848μ., είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα κάστρα των Κοντοβουνίων (σχέδ.5). Η πρόσβαση γίνεται από τα νοτιοδυτικά, όπου το εκκλη­σάκι του Αγίου Αθανασίου, μέσω ενός επικίνδυνου μονοπατιού. Ο πρώτος πε­ρίβολος έχει καταστραφεί. Μια τετράπλευρη κινστέρνα (υδατοδεξαμενή), στε­γασμένη με θολωτή κατασκευή, εσωτερικών διαστάσεων 5,40 επί 3,00μ., διατη­ρείται άθικτη. Στο κυρίως κάστρο, εκτάσεως 1.300 τετραγωνικών μέτρων, μέγιστου μήκους 51 και πλάτους 32 μέτρα, η είσοδος είναι από τη κύρια νοτιοανα­τολική πύλη που ανοίγεται ανάμεσα σε δύο τετραγωνικούς πύργους. Τα τείχη πάχους 1,80 και αλλού 2,20μ. διατηρούνται σε ικανό ύψος, η τοιχοποιία είναι κατασκευασμένη από ντόπιο ασβεστόλιθο και πλούσιο ισχυρό κονίαμα (μπονρτζολάνα), απουσία πλίνθων. Ένας άλλος πύργος ορθώνεται στη βορειο­ανατολική πλευρά και άλλος μισογκρεμισμένος νοτιοδυτικά. Η κυρίως περιο­χή του κάστρου υποδιαιρείται στα τρία. Στο υψηλότερο σημείο, προσκολλημέ­νο στη βόρεια και δυτική πλευρά, διασώζεται ένα μεγάλο υπόθολο ορθογώνιο κτίσμα με υπερβολικά επιμήκεις αναλογίες εσωτερικών διαστάσεων 4,60 επί 23,70μ., που διαιρείται εσωτερικά από εγκάρσιο τοίχο σε δυο υποχώρους. Η είσοδος βρίσκεται στη στενή ανατολική πλευρά, ενώ στη νότια μακριά πλευρά ανοίγονται προς την εσωτερική αυλή τέσσερα παράθυρα, πλάτους 70 εκατο­στών, που εσωτερικά διευρύνονται. Ήταν προφανώς το ισόγειο του βασικού κτιρίου διημέρευσης του τοπικού άρχοντα ή της φρουράς και αποτελούσε παράλληλα και το τελευταίο καταφύγιο σε περίπτωση κατάληψης του κάστρου από τους εχθρούς. Από 'κει η θέα προς την κοιλάδα του χειμάρρου Αρκαδία (ΒΔ), ή προς την κάτω μεσσηνιακή πεδιάδα μέχρι τον ομώνυμο κόλπο (ΝΑ), απλώνεται πανοραμικά. Για τη χρονολόγηση του μνημείου, ίσως μέσα στον 14ο αιώνα, δεν μπορούμε να διατυπώσουμε προς το παρόν οριστικό συ­μπέρασμα και μάλιστα πριν από λεπτομερή αποτύπωση και αναλυτική συγκρι­τική μελέτη.



Μεταμεσαιωνικά
Το 1500 οι βενετικές κτήσεις της Μεσσηνίας περιέρ­χονται στα χέρια των Τούρκων. Την περίοδο από το 1460 μέχρι το 1685 ονομά­ζουμε Πρώτη Τουρκοκρατία. Οι Βενετοί στις 11 Αυγούστου 1685 καταλαμβά­νουν την Κορώνη, στις 14 Σεπτεμβρίου την Καλαμάτα και σταδιακά την Πελο­πόννησο (1685-1687)226, την οποία κράτησαν τρεις δεκαετίες227. Το 1715 οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν τον Μοριά σε μια Δεύτερη Τουρκοκρατία228 που θα διαρκέσει μέχρι τη μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821).
Ο Απόστολος Βακαλόπουλος έχει υποστηρίξει ότι ο ορεινός εποικισμός λαμβάνει χώρα ευθύς με την τουρκική κατάκτηση: οι ελληνικοί πληθυσμοί κα­ταφεύγουν στα βουνά229, θέση που σωστά ελέγχουν νεότεροι μελετητές230. Το όλο θέμα και με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσε να ξαναδιατυπωθεί έτσι: ο πληθυσμός καταφεύγει στα ορεινά την εποχή της γενικευμένης ανασφάλειας, κυρίως από τα μέσα του 13ου αιώνα έως και την τουρκική κατάκτηση, «όπου και θα παραμείνει κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας»231. Οι Τούρκοι τιμαριούχοι232 ως γνωστόν προτίμησαν να εγκατασταθούν στα εύφορα πεδινά, εκεί όπου συγκεντρώνονται άλλωστε και τα περισσότερα τουρκώνυμα χωριά.
Από το πέρασμα του 15ου στον 16ο αιώνα μέχρι και πέρα απο το μισό του 17ου αιώνα, διαθέτουμε ελάχιστα στοιχεία, γεγονός που έχει χαρακτηρίσει την εποχή ως την τρίτη κατά σειρά «Σκοτεινή Περίοδο» της πελοποννησιακής ιστορίας. Έτσι, μέχρι να δουν το φως της δημοσιότητας τα πολύ σπουδαία έγραφα των οθωμανικών αρχείων, αναγκαζόμαστε να αρκεστούμε σε γενικές αναφορές για τον συνολικό πληθυσμό της Πελοποννήσου233 ή σε φτωχά κείμε­να από τον περίπλου του Μοριά, όπως αυτά του Πιρί Ρεΐς234 και των πορτολάνων του 16ου αιώνα235.
Παρ' όλα αυτά η ενοποιημένη χώρα κάτω από σταθερή διοίκηση απολαμβά­νει ειρηνική διαβίωση και εντυπωσιακή δημογραφική ανάπτυξη, όπως σημειώ­νεται και σ' ανάλογες περιοχές τον 16ο αιώνα κατά τη σύμφωνη εκτίμηση των ιστορικών της περιόδου όπως ο Braudel236, o Barkan237, o Todorov238 αλλά και δικών μας ερευνητών239. Υπό αυτές τις ευνοϊκές, όπως φαίνεται, συνθήκες που με ενδιαφέρον αναμένουμε την αρχειακή τους επιβεβαίωση, και όπως συμβαί­νει άλλωστε και στις δύο προηγούμενες «σκοτεινές» περιόδους της Πελοπον­νήσου, συντελείται μια νέα οικιστική μεταμόρφωση του κατοικημένου χώρου, η οποία φαίνεται να ακολουθεί το εξής σχήμα: «παρακμή του οχυρωματικού δικτύου, δημογραφική ανάπτυξη με συνέπεια την επέκταση των καλλιεργειών, και δημιουργία νέων οικισμών»240.
Η μητρόπολη Χριστιανουπόλεως που επανεμφανίζεται στην εκκλησιαστική ιστορία (1474)241, είχε το 1575 στη δικαιοδοσία της τριακόσιους ιερείς που ποίμαιναν 10.000 οικογένειες (σπίτια) χριστιανών, τις περισσότερες από κάθε άλλη μητρόπολη στην Πελοπόννησο242, παρά την απόσπαση από την τελευταία της επισκοπής Ανδρούσης (το 1570) προς χάριν του «δραστήριου» Μακαρίου Μελισσηνού, μητροπολίτη Μονεμβασίας243. Αναμφίβολα η οροθετική γραμμή των δύο εκκλησιαστικών επαρχιών (Μονεμβασίας και Χριστιανουπόλεως), που εμφανίζει το χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1293), διερχό­ταν από τα Κοντοβούνια244.
Προς τα τέλη του Που αιώνα βρισκόμαστε απέναντι σε μια αναμφισβήτητη δημογραφική κρίση245· οι εκθέσεις των βενετών αξιωματούχων περιγράφουν το μέγεθος της παρακμής. Σε αντίθεση με την περίοδο της Πρώτης Τουρκοκρα­τίας, από την περίοδο της Ενετοκρατίας και εξής, στηριγμένοι σε δημοσιευμέ­νες πηγές από το πλούσιο αρχειακό υλικό που υπάρχει, είμαστε σε θέση να παρακολουθήσουμε με ακρίβεια την οικιστική εξέλιξη της Πελοποννήσου και ει­δικά αυτή των Κοντοβουνίων, θέμα που αναπτύσσεται στο επόμενο και τελευ­ταίο μέρος της εργασίας μας.



Συνέχεια στο Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά. Μέρος Β

Παναγιωτόπουλος Αναστάσιος
Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά & Κοντοβουνίων οικιστικά"
- Οι φωτογραφίες από τους οικισμούς και τα παλιά σπίτια των Κοντοβουνίων αναδημοσιεύονται από τον ιστότοπο  GiannisSeloulisPhotography
-Αναδημοσιεύετε από το ιστολόγιο dimos-pylou-nestoros.gr

-Η εργασία αυτή πρωτοπαρουσιάστηκε περιληπτικά υπό μορφή διάλεξης στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. στις 10 Ιουλίου 2003, με επι­βλέπουσα την καθηγήτρια κυρία Αικατερίνη Δημητσάντου-Κρεμέζη. Στην έντυ­πη μορφή της, πρωτοδημοσιευτηκε στο περιοδικό «Ιστορικογεωγραφικά», τ.10 (2004), σσ.9-105. Η παρούσα έκδοση αποτελεί ανεξάρτητη αναδημοσίευση της αρχικής έκδοσης, χωρίς να αλλάξω τίποτα στο σώμα του κειμένου, τις υποσημειώσεις ή στην αρίθμηση των σελίδων, ωστόσο, στο τέλος, προσθέσαμε ένα ευ­ρετήριο για την διευκόλυνση της χρήσης από τους αναγνώστες. Από τη θέση αυτή επιθυμώ να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον καθηγητή Μιχάλη Κορδώση για την άδεια της ανατύπωσης, στον εκδότη Διονύσιο Καραβία για την προ­θυμία του να εντάξει την μελέτη μου στην σειρά της «Βιβλιοθήκης Ιστορικών Μελετών» και φυσικά στην κυρία Κρεμέζη για την εν γένει υποστήριξη της. Επίσης, ευχαριστώ όσους συναδέλφους ή φίλους με βοήθησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σ' αυτή μου την προσπάθεια. Τέλος, επιθυμώ να αφιερώσω την πα­ρούσα έκδοση στους γονείς μου Αθανάσιο και Αγγελική γιατί χωρίς την φρο­ντίδα και την υπομονή τους δεν θα είχα ολοκληρώσει τη μελέτη μου.
Πύργος Τριφυλίας, 14 Μαρτίου 2007 Αναστάσιος Αθ. Παναγιωτόπουλος, Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.Μ.Π.
Σημειώσεις:
1. Δ. Φιλιππίδης και Γ. Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη1791 (ανατύπωση Αθήνα1988), σ.128.
2. Δ. Κισκύρας, Τά βουνά της Πελοποννήσου, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά [= ΠελΠρωτ], τ. 4 (1960), σ. 130.
3. Στράβων, Γεωγραφικά, Η' 350 (έκδ. Πάπυρου, τ. 3, σ. 1030).
4. Για μια διαχρονική θειύρηση του θέματος, βλ. F. Lukermann, Settlement and Circulation: Pattern and Systems, στο W. McDonald και G. Rapp Jr. (επιμ.), The Minnesota Messenia Expedition: Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, Μιννεάπολη 1972 [= MME], σσ. 148-170· πρβλ. Δ. Ανωγιάτης-Πελέ, Δρόμοι και διακίνηση στον ελλαδικό χώρο κατά τον 18ο αιώνα, Αθήνα 1993, χάρτης σ. 28.
5. Πολύβιος, 'Ιστορία, Δ' 77, 8-10 (έκδ. Πάπυρου, τ. 2, σ. 740).
6. Π. Καλονάρος (επιμ.), Το Χρονικόν τοϋ Μορέως, Αθήνα 1940, ανατύπωση χωρίς χρονολο­γία (όμως Αθήνα 1989) [= ΧρΜορ], στχ. 5333/57/73 (σσ. 222-224), 5506 (σ. 228), 6666 (σ. 272).
7. F. Miclosich και J. Muller, Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana, Βιέννη (ανατ. Αθήνα 1996) [= M-M], τ. 5 (1887), σ. 160.
8. Γ. Πίκουλας, Ή Νότια Μεγαλοπολιτική Χώρα από τον 8ο π.Χ. ώς τον 4ο μ.Χ. αι., Αθήνα 1988, σσ. 220,222.
9. Σ. Κουγέας, Συμβολαί εις τήν ίστορίαν και τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης, Ελληνικά, τ.6 (1933), σσ. 269-270.
10. Ο ίδιος, Νικήτα Νηφάκη, Μανιάτικα Ιστορικά στιχουργήματα, Αθήνα 1964, σ. 48 σημ. στχ. 25.
10. Δ. Κισκύρας, Ή περιοχή της Μεσσηνίας άπό γεωτεκτονική και γεωδυναμική άποψη, Πρα-κτικά τοϋ Γ' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών [= ΔΣΠΣ] (= Πελοποννησιακά Πα­ράρτημα 13), τ. 3 (1987-1988), σ. 194.
11. Γ. Κατσικάτσος, Γεωλογική μελέτη περιοχής Βασιλικοϋ-Ίθώμης Μεσσηνίας, Αθήνα 1980, σ. 17 σχέδ. 2.
12. Δ. Κισκύρας, Τά ίζηματογενή πετρώματα τής Μεσσηνίας, Αθήνα 1938.
13. Ο ίδιος, Ύδρογεωλογικές παρατηρήσεις πού αναφέρονται στην περιοχή τής Δυτικής Μεσση­νίας, Πρακτικά τοϋ Γ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών {= 77ελ. Παρ. 18), 1991, σσ. 70-72.
14. Πρβλ. Στράβων, Γεωγραφικά, Η' 366 (τ. 3, σ. 1074).
15. Ή. Μαριολόπουλος, Τό κλίμα της Πελοποννήσου, ΠελΠρωτ, τ. 8 (1964), σσ. 77-82·
16. Γ. Θεοχαράτος και Κ. Μιχόπουλος, Κλιματικά χαρακτηριστικά τής Πελοποννήσου. Ή επίδραση τους στη γεωργική παραγωγή, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 24), τ. 3 (2001-2002), σσ. 403-404· το μέσο ετήσιο ύψος βροχής στην επαρχία Τριφυλίας από 1-9-1984 έως και 31-7-2002 ήταν 808 χιλ. με βροχερότερο το 1999 (1.306,9 χιλ.), βλ. εφημ. Ελευθερία, 26-8-2002, σ. 24.
17. ΧρΜορ, στχ. 5302, 5316 (σ. 221).
18. Κισκύρας, Ύδρογεωλογικές παρατηρήσεις (όπ. σημ. 14), σσ. 72-80· βλ. και χάρτη 3-6 στο ΜΜΕ.
19. Δ. Κισκύρας, Ή Πελοπόννησος από σεισμολογική άποψη, ΠελΠρωτ, τ. 2 (1958), σ. 107· Ά. Γαλανόπουλος, Σεισμική γεωγραφία της Πελοποννήσου, ΠελΠρωτ, τ. 8 (1964), σ. 51.
20. Κισκύρας, Μεσσηνίας γεωτεκτονική καί γεωδυναμική (όπ. σημ. 11), σσ. 205-206.
21. Πρόκειται για τα χωριά: Αγιοσώστης, Σκληρού, Αμπελιώνα, Δέλγα (το 1930 μετονομάστη­κε Πέτρα), Μπέρεκλα (1930 Νέδα), Μαρίνα, Κακαλέτρι και Στάσιμο. Βλ. Ά. Τσέλαλης, Ή επι­δρομή τοϋ Μπράίμη, ΠελΠρωτ, τ. 5 (1961), σ. 175 σημ. 3· ο ίδιος, Τά Μεσσηνιακά χωριά τοΰ Λυ­καίου..., στο Μ. Φερέτος (επιμ.), Μεσσηνιακά 1968, Αθήνα 1968, σσ. 65-72.
22. Βλ. D. Georgacas και W. McDonald, Place names of southwest Peloponnesus. Register and indexes, Αθήνα 1967, Παράρτημα στα Πελοποννησιακά [= Πελ], τ. 6 (1968) και ανεξάρτητος τόμος 1967 [= G-McD], αριθμός 2129 (σ. 137), όπου μαζί με τη Ζούρτσα αναγράφονται τα χωριά: Πάνου Κοπάνιτσα (1955 Κρυονέριον), Τριάντα, Μουντρά (1927 Φασκομηλιά), Βερβίτσα (1927 Πετράλω­να), Στροβίτσι (1916 Λέπρεον) και Πρασιδάκι.
23. Μαζί με το Σουλιμά (1927 Άνω Δώριον) συμπεριλαμβάνονται και τα εξής χωριά: Κούβελα, Σίρτζι, Διμάντρα, Χαλκιά, Πάνου Ψάρι, Ψάρι, Βλάκα (1940 Χρυσοχώριον), Λάπη (1930 Ριζοχώ-ρι), Αι-Γιώργης, Κλέσουρα (1960 Αμφιθέα), Γουβαλάρια (1956 Αγιος Πέτρος), Στυλάρι, Κοπανάκι (Άνω), Κάτου Κοπανάκι, Κάτω Σουλιμά (1924 Δώριον), Βασιλικό και Κατσούρα (1940 Άνω Βασι­λικό), G-McD, αρ. 7307 (σ. 254).
24. Τη μεταβυζαντινή περίοδο ο όρος «κεφαλοχώρι» προσδιορίζει χωριό χριστιανών με προ­νόμια αυτοδιοίκησης και δικαιώματα ιδιοκτησίας, βλ. Α. Μπιμπίκου-Αντωνιάδη, Ελλάδα 1350-1650, στο βιβλίο της: Προβλήματα Ιστορίας. Βυζαντινά, Μεταβυζαντινά Ι, Αθήνα 1996, σ. 206· ο Μαρίνο Μικιέλ στην Έκθεση του (1691) γράφει ότι οι κάτοικοι του Σουλιμά (Solimano) ήταν σκλη­ροτράχηλοι και θηριώδεις και ότι οι Τούρκοι με δυσκολία τους διοικούσαν, βλ. Σ. Λάμπ:ρος, Ιστο­ρικά Μελετήματα, Αθήνα 1884 (ανατ. 1979), σ. 203· Ά. Τσελίκας, Μεταφράσεις Βενετικών εκθέσε­ων περί Πελοποννήσου, Β', Πελ, τ. 17 (1989), σ. 147· ενώ ο Α. Γρηγοριάδης, Ίστορικαί Άλήθειαι, Αθήνα 1934 (ανατ. 1994), σσ. 88-89, γράφει ότι τα Σουλιμοχώρια «αύτοδιφκοϋντο ύπό είδους στρατιωτικής ομοσπονδίας» και ότι «ποτέ δέν έπατήθησαν από Τούρκους ή Ενετούς».
25. Στο G-McD, σ.78, καταγράφονται 27 αλβανόφωνα χωρία της Τριφυλίας από τα οποία τα περισσότερα βρίσκονται στα Σουλιμοχώρια· βλ. και Β. Randolph, The Present State of the Morea called anciently Peloponnesus, Λονδίνο 31689 (ανατ. Αθήνα 1991), σ. 16.
26. Όπως τα παλιά ερειπωμένα χωριά Ρομίρη και Σουληνάρι (Σουληναρορόμιρα), ξαναχτι­σμένα στη δεκαετία του 1960, 4 χλμ. βορειοδυτικά, αλλά και τα Τρύπες, Δράγκα (1927 Μαθία), Γα-μπριά, Λυκίσα, Κόκκινου κ.ά.
27. Το όνομα στο Ν. Πασαγιώτης, Ανεβάσταγοι, Αθήνα 1992. Ακριτοχώρια τα: Λαχανάδα, Γρίζη (1927 Ακριτοχώριον), Καπλάνη, Τσαΐζη (1916 Υάμεια), Σαρατσά (1927 Χρυσοκελλαριά), Βασιλίτση κ.ά.
28. G-McD, αρ. 3215 (σσ. 161-162).
29. Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της 'Ελληνικής φυλής από τα 1770 'έως τα 1836, Αθήνα 1846 (ανατ. 1981, επιμ. Τ. Γριτσόπουλος), σσ. 268-269· Δ. Πετρόπουλος, Πελοποννησιακά δημοτικά τραγούδια, ΠελΠρωτ, τ. 3 (1959), σ. 62.
29α. Δ. Γεωργακάς, Συμβολή εις τήν τοπωνυμικήν έρευνα, 'Αθηνά, τ. 48 (1938), σ. 32.
30. Τα υπόλοιπα ήταν Κάμπος, Σουλιμά και Ζούρτσα, βλ. Ά. Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της άναγεννηθείσης 'Ελλάδος, Αθήνα 1839, τ. 1 (ανατ. 1976, επιμ. Ί. Γιανναροπούλου), σ. 372 σημ.1· Μ. Σακελλαρίου, Ή Πελοπόννησος κατά τήν δευτέραν Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1939 (ανατ. 1978), σ. 107· όταν ο Κανέλλος Δεληγιάννης, 'Απομνημονεύματα, τ. 3, Αθήνα 1957 (= Απομνημο­νεύματα αγωνιστών τοϋ 21, τ. 18), σ. 10, γράφει «Κοντοβούνια της ' Ανδρούσας», τα εννοεί φυσικά με την ευρύτερη γεωγραφική σημασία που έχουν.
31. F. Pouqueville, Voyage de la Grece, Παρίσι 21827, τ. 6, σ. 19 σημ. 1, τα Κοντοβούνια τα γρά­φει Koudounia. Ο κατάλογος συγκεντρωμένος το 1815 περιλαμβάνει 32 χωριά. Τα ονόματα των χωριών δημοσιεύονται αλλοιωμένα. Λάθη στα τοπωνύμια υπάρχουν και στην ελληνική μετάφραση Φ. Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, μτφρ. Ν. Μολφέτα, Αθήνα 1997, σ. 443, όπως στα Βούτενα (Vatena), Μάκρενα {Kachrena), Μάλη (Khali), Τριπύλα (Trisselou), Λούμι {Limni), Χρύσοβα (Chrissasou), Μύρου (Cheiriou) κ.ά.
32. Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμιακή Έξέλιξις της 'Ελλάδος 1821-1971 [= ΓΑΠΕ], τ. 1, μέρος Α', Αθήνα 1973, σ. 33.
33. W. Leake, Ταξίδι είς τόν Μοριά, μτφρ. Γ. Στάθης, Γορτυνιακά, τ. 2 (1978), σ. 253. Η ψηλό­τερη κορυφή είναι ο Αγιο-Κωσταντίνος, 1,6 χλμ. βόρεια της Μάλης, με υψόμετρο 1.225 μ.
34. Ί. Φαλλμεράϋερ, Περί της καταγωγής των σημερινών 'Ελλήνων, μτφρ. Κ. Ρωμανός, Αθήνα 1984,σ.91.
35. Γ. Νικολάου, Εκκλήσεις Πελοποννησίων προς τόν Γενικό προβλεπτή Πελοποννήσου Francesco Grimani γιά τήν απαλλαγή από αγγαρείες (1698/99), Πρακτικά τοϋ Ε' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 22), τ. 4 (1996-1997), σ. 280.
36. G-McD, αρ. 3214 (σ. 161). Το όνομα Κοντοβούνια μνημονεύεται και σε δημοτικό τραγούδι, βλ. Πετρόπουλος, Δημοτικά τραγούδια (όπ. σημ. 29), σ. 59-60- Ά. Βακαλόπουλος, 'Ιστορία τοϋ Νέ­ου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη [= ΙΝΕ], τ. 7 (1986), σ. 115.
37. Νόμος 2539/1997 («Ι. Καποδίστριας»). Δήμοι: Αετού, Αριστομένους, Ιθώμης, Νέστορος, Παπαφλέσσα και Φιλιατρών. Κοινότητες: Τρικόρφου και Τριπύλας. Βλ. Οικονομικός Ταχυδρό­μος, φ. 4 (2281), 22-1-1998, σσ. 85-86.
38. Τ. Γριτσόπουλος, Ή Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά τήν Άλωσιν, Αθήνα 1992, σσ. 405-407,421-436,507-541.
39. 1833: επισκοπή Μεσσήνης, 1852: επισκοπή Μεσσηνίας, βλ. μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, Σελίδες της Χριστιανικής Μεσσηνίας, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 24), τ. 1 (2001-2002), σ. 255.
40. Για τον όρο «οικοσύστημα», βλ. Κ. Κουτσόπουλος, Γεωγραφία: Μεθοδολογία και Μέθοδοι ανάλυσης χώρου, Αθήνα 1990, σσ. 90 κ.εξ.
41. Βλ. την σειρά 'Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική [= ΕΠΑ], ττ. 1-8, Αθήνα 1989 κ.εξ. Βλ. επίσης εκτενή βιβλιογραφία στα: Ί. Δημακόπουλος (επιμ.), Ανθολογία 'Ελληνικής Αρχιτεκτο­νικής. Ή κατοικία στην 'Ελλάδα άπό τό 15ο στον 20ό αιώνα (έκδ. ΥΠΠΕ), Αθήνα 1981, σσ. 75-133· Ν. Μουτσόπουλος, Βιβλιογραφία ελληνικής λαϊκής αρχιτεκτονικής, στο TEE, Πεπραγμένα τοϋ 2ου συμποσίου τοϋ ICOMOS, Αθήνα 1979, σσ. 375-441· ο ίδιος, Συμβολή στή βιβλιογραφία της λαϊκής αρχιτεκτονικής, Θεσσαλονίκη 1978.
42. Επιτόπια επίσκεψη από ομάδα αρχιτεκτόνων πρότεινε για κάποια από τα χωριά (π.χ. Μάλη, Ραφτόπουλο, Ασούτενα, Σελά, Μανιάκι, Πάνω Κοντογόνι) περιορισμένη προστασία (= βαθμό προ­στασίας 3)· πρβλ. Ή μελέτη εντοπισμού καταγραφής και αξιολογήσεως παραδοσιακών οικισμών, Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 9 (1975), σσ. 113 κ.εξ., όπου βλ. κυρίως Α. Πετρονώτης, Μ. Καβάγια, Κ. Κρεμέζη και Ρ. Γαλανάκη, Πελοπόννησος και Νότια Επτάνησα, σσ. 129-133. Ειδικά η Μάλη και η Ασούτενα έχουν προταθεί τελευταία για να συμπεριληφθούν σε πρόγραμμα αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων οικισμών βλ.εφημ.Σημαία, 16-10-2001, σ.13 και εφημ. Θάρρος,10-10-2003, σ.4.
43. Οι παρεμβάσεις αλλοίωσης συνίστανται κυρίως στην χρήση μοντέρνων δομικών υλικών σε προσθήκες ή/και νέες κατασκευές (μπετόν, τσιμεντόλιθοι, βιομηχανικά τούβλα και κεραμίδια, αλουμινένια κουφώματα, επίχριση λιθοδομών κ.ά.), την εφαρμογή ρυμοτομικών σχεδίων, την χρή­ση τροχοφόρων, αλλά και την δράση κάποιων πολιτικών μηχανικών και ακατάλληλων μαστόρων. Τα πεδινά ιδίως χωριά, κατά κανόνα, έχουν τελείως χάσει ή χάνουν συνεχώς την γνήσια παραδο­σιακή τους μορφή.
44. Χωριό με κάστρο και μεσαιωνικό παρελθόν. Βλ. Α. Bon, La Moree Franque. Recherches historiques, topographiques et archeologiques surla principaute d' Achai'e (1205-1430), Παρίσι 1969, σ. 417.
45. Απ' όπου κατά τον Γρηγοριάδη, Λλήθειαι (όπ. σημ. 24), σ. 16 σημ. 2, κατάγεται η οικογέ­νεια των Κολοκοτρωναίων και «άρχηγέτης της οικογενείας ταύτης ύπήρξεν ό Λάμπρος Ζεργίνης». Ο ίδιος όμως ο Γέρος του Μοριά, Κολοκοτρώνης, Δίήγησις (όπ. σημ. 29), σ. 3, αναφέρει ως χωριό-γενέτειρα της οικογένειας του, με αρχικό το επώνυμο Τζεργίνης, «το 'Ρουπάκι, πλησίον τοϋ χωρί­ου Τουρκολέκα». Σίγουρο είναι πάντως ότι Τσεργιναίοι υπήρξαν στα Κοντοβούνια, βλ. Τ. Κανδη-λώρος, Ό Άρματωλισμός της Πελοποννήσου (1500-1821), Αθήνα 1924 (ανατ. 1990), σσ. 21-22.
46. Στυλιανού, Μουζάκι, Κάτω Λεντεκάδα (1956 Ροδιά) και Μαργέλι. Για το τελευταίο χωριό βλ. W. Lee, Pylos Regional Archaeological Project, Part 4: Change and the Human Landscape in a Modern Greek Village in Messenia, Hesperia, τ. 70/1 (2001), σσ. 49-98.
47. Στην αναγραφή των τοπωνυμιών για λόγους συνέπειας συνειδητά αποφεύγω τις τεχνητά επιβεβλημένες, κενού ιστορικού περιεχομένου, μετονομασίες (συνήθως υδρωνύμια: Παλαιόν Λουτρόν, Παλαιά Βρύση, Άνυδρον, Κρυονέριον, Κεφαλόβρυσον, Καρυόβρυση, Περδικόβρυση, Ρευματιά, κ.ά.). Αλλά και τους επίσημους-καθαρευουσιάνικους τύπους, όπως κυριώνυμα ανθρωπωνύμια σε ονομαστική πτώση (π.χ. ο Σελλάς, ο Κεφαλινός) αντί του γνήσιου τύπου της γενικής. Στην ορθογραφία και τον τονισμό ακολουθώ γενικά τους G-McD και Γ. Πίκουλα, Λεξικό των οικισμών τής Πελοποννήσου. Παλαιά και νέα τοπωνύμια, Αθήνα 2001 [= ΛΟΠ].
48. Πρβλ. Ά. Κυριακίδου-Νέστορος, Σημάδια τοϋ τόπου ή ή λογική τοΰ ελληνικού τοπίου, στο βιβλίο της: Λαογραφικό Μελετήματα Ι, Αθήνα 1989, σσ. 37-40.
48α. Αλλά και γενικότερα της αγροτικής υπαίθρου που παρουσιάζει έντονη αλλοίωση στην βάση της πυραμίδας ηλικιών, βλ. Π. Τσαχουρίδης, Αγροτική έξοδος και αλλοίωση του δημογραφικού προ­φίλ, στο ΕΚΚΕ-ΚΝΕ/ΕΙΕ, Ό αγροτικός κόσμος στον μεσογειακό χώρο, Αθήνα 1988, σσ. 215-222.
49. Οποιαδήποτε αναφορά σε «τέως δήμους» πρέπει να τους εννοεί έτσι όπως αυτοί είχαν αποκρυσταλλωθεί το 1912, χρονιά της καταργήσεως τους. Για τους δήμους της Μεσσηνίας,βλ. ΓΔΠΕ, τ.1 (1973), σσ. 238-240.
50. ΜΜΕ, σσ. 130-131 και χάρτης 8-11.
51. ΜΜΕ, χάρτης 8-14· W. McDonald και R. Hope Simpson, Prehistoric Habitation in South­western Peloponnese, American Journal of Archaeology, τ. 65 (1961), σσ. 221 κ.εξ. πίν. 74, 75· R. Hope Simpson, A Gazetteer and Atlas of Mycenaean Sites, Λονδίνο 1965, σσ. 56 κ.εξ. και χάρτης 1:500.000· Γ. και Θ. Παπαθανασόπουλος, Πύλος-Πυλία. Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο, Αθή­να 2000, χάρτης σ. 37· βλ. και Ιστορία τοϋ Ελληνικού "Εθνους, Αθήνα [= ΙΕΕ], τ. 1(1970), χάρτης σ. 263- Ν. Βασιλικού, Ό Μυκηναϊκός πολιτισμός, Αθήνα 1995, Βιβλιοθήκη της εν 'Αθήναις 'Αρχαιο­λογικής Εταιρίας [= ΒΑΕ] αρ. 152, χάρτες σσ. 423 και 424-425, για το ανάκτορο σσ. 197-211.
52. Ο Κ. Συριόπουλος, Ή Μεσσηνία κατά τήν έποχήν τοϋ Χαλκοϋ και οί ιστορικοί χρόνοι της Ελλάδος, Πρακτικά τοϋ Γ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 13), τ. 2 (1987-88), σσ. 225-244· ο ίδιος, Ή κατάρ-ρευσις τοϋ Μυκηναϊκοϋ πολιτισμού και ή λεγομένη κάθοδος των Δωριέων εις τήν Πελοπόννησον, Πελ, τ. 16 (1986), σσ. 223-232, δέχεται ότι οι Δωριείς σχηματίστηκαν εθνολογικά και έλαβαν το εθνικό τους όνομα στην Στενύκλαρο και το μεσσηνιακό Δώριο (Μάλθη;).
53. Π. Θέμελης, Αρχαία Μεσσήνη, Αθήνα 1999, σ. 40 κ.εξ.
54. Π. Στυλιανόπουλος, Ιστορία της Μεσσηνίας από της αρχαιότατης εποχής μέχρι τής συγ­χρόνου εν τω πλαισίω τής όλης Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα 1954, σσ. 171-209.
55. Ν. Παπαχατζής, Παυσανίου 'Ελλάδος Περιήγησις: Μεσσηνιακά και Ηλιακά, Αθήνα 1991, σσ. 112 κ.εξ.
56. Δ' 34,4-36,7- Παπαχατζής, Παυσανίου Περιήγησις (όπ. σημ. 55), σσ. 152-190.
57. Α. Τζαμαλής, Τα Σεβηριανά νομίσματα της Μεσσηνίας, Μεσσηνιακά Χρονικά, τ. 1 (1999), σσ. 212-217.
58. Π. Μοσχονά, Ή Πελοπόννησος στό έργο τοΰ Κλαυδίου Πτολεμαίου, Αακωνικαί Σπουδαί [=ΛΣ],τ. 11(1992), σ. 578.
59. Γεωγραφικά (όπ. σημ. 3), Η' 348 (τ.3, σ.1024) και Η' 361 (τ.3, σ.1058), όπου και τοποθε­τεί μεταξύ Κυπαρισσίας και Πύλου, πιθανότατα στη θέση Διαλισκάρι ή Γιαλισκάρι, βλ. Σ. Λυρι­τζής, Ή Αρχαία πόλις τής δυτικής Μεσσηνίας "Ερανα, στο βιβλίο του: Γαργαλιάνοι, ό τόπος και ή ιστορία του(επιμ. Σ. Καργάκος), Δήμος Γαργαλιάνων 2000, σσ. 107-141.
60. Γεωγραφικά (όπ. σημ. 3), Η' 362 (τ. 3, σ. 1062): χώρας έκλελειμμένης τής πλείστης.
61. Πρβλ. τις μνείες μεσσηνιακών πόλεων σε καταλόγους πόλεων της όψιμης αρχαιότητας: Κοσμογραφία του Ανώνυμου της Ραβέννας (Cipparissia, Pylos, Motona, Mesene)· Γεωγραφικά του Γουίδωνος (Cyparissa, Pilos, Machona, Assine, Messena) και αυτές στην Tabula Peutingeriana του 4ου αι. {Cyparissa, Pylios, Methone, Asine, Messene), στα A. Bon, Le Peloponnese byzantin Jusqu'en 1204, Παρίσι 1951, σσ. 18, 184 και A. Avramea, Le Peloponnese du IVe au VHIe siecle, Changements etpersistances, Παρίσι 1997, σσ. 109, 191-195.
61. Πρβλ. τις μνείες μεσσηνιακών πόλεων σε καταλόγους πόλεων της όψιμης αρχαιότητας: Κοσμογραφία του Ανώνυμου της Ραβέννας (Cipparissia, Cylos, Motona, Mesene)· Γεωγραφικά του Γουίδωνος (Cyparissa, Pilos, Machona, Assine, Messena) και αυτές στην Tabula Peutingeriana του 4ου αι. {Cyparissa, Pylios, Methone, Asine, Messene), στα A. Bon, Le Peloponnese byzantin Jusqu'en 1204, Παρίσι 1951, σσ. 18, 184 και A. Avramea, Le Peloponnese du IVe au VHIe siecle, Changements etpersistances, Παρίσι 1997, σσ. 109, 191-195.
62. Φ. Εύαγγελάτου-Νοταρα, «...Και τά πολλά τής Πελοποννήσου... σεισμού γεγόνασιν παρα­νάλωμα», Πρακτικά τοϋ Γ' ΔΣΠΣ(= Πελ. Παρ. 13), τ.2 (1987-88), σσ. 428-432.
63. Ε. Χρυσός, Οί Βησιγότθοι στην Πελοπόννησο (396-7 μ.Χ.), Πρακτικά τοϋ Β' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 8), τ.2 (1981-82), σσ. 181-191· για την Μεσσήνη βλ. τι γράφουν οι Ά. Ορλάνδος, Έκ τής Χριστιανικής Μεσσήνης, Αρχεΐον των Βυζαντινών Μνημείων τής Ελλάδος, Αθήνα [= ΑΒΜΕ], τ. 11 (1969), σ.87, σημ.2 και Ά. Πετρίδης, Περί 'Ιθώμης και Μεσσήνης και των εν αύταΐς άνακαλυφθεισών εσχάτως επιγραφών και λοιπών μνημείων, Παρνασσός, τ. 3 (1879), σ. 836. Πάντως συγκε­κριμένη μαρτυρία στις πηγές για καταστροφές στην Μεσσηνία δεν υπάρχει.
64. Οι Κυπαρισσίας Αλέξανδρος και Μεθώνης Ευτύχιος συμμετέχουν στην Σύνοδο της Σαρδι-κής (343), οι Κορώνης Αγαθοκλής και Μεσσήνης Ιωάννης στην Γ' Οικουμενική (Έφεσος 431), ο αυτός Μεσσήνης μετέχει στην Δ' Οικουμενική (Χαλκηδόνα 451), όπως επίσης και σε Σύνοδο στην Κόρινθο το 458. Στην τελευταία συνυπογράφει και ο επίσκοπος Κορώνης Αφόβιος, όπως επίσης και σε σύνοδο του 459 στην Κωνσταντινούπολη. Βλ. 'Ορλάνδος, Χριστιανική Μεσσήνη (όπ. σημ. 63), σσ. 88-90· Π. Βελισσαρίου, Παλαιοχριστιανική επιγραφή Κυπαρισσίας, Πρακτικά τοϋ Γ' Το­πικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 18), 1991, σσ. 411-412· μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, Ιστορικά σημειώματα περί τής Ιεράς Μητροπόλεως τής Μεσσηνίας, Πρα-κτικά τοΰ Γ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 13), τ. 1 (1987-88), σσ. 99-100· Δ. Δουκάκης, Μεσσηνιακά και ιδία περί Φαρών και Καλαμάτας από τών αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τοϋ Καποδιστρίου, τεύχ. 3, Αθή­να 1911 (ανατ. 1999), σσ. 267, 270, 287.
65. Δ. Πάλλας, Ό Άγιος Ονούφριος Μεθώνης, Αρχαιολογική Έφημερίς 1968(1969), σσ.119-176· ο ίδιος, Μεσαιωνικά Μεσσηνίας. Μεθώνη, Αρχαιολογικόν Δελτίον [= ΑΔ], τ.17, Χρονικό. (1963), σσ. 103-104.
66. Ο ίδιος, Ανασκαφή εις Φιλιατρά τής Τριφυλίας, Πρακτικά τής έν Αθήναις Αρχαιολογικής Έταιρίας I960 (1966), σσ. 177-194, πίν. 144-150β· ο ίδιος, Μεσαιωνικά Μεσσηνίας. Ανασκαφή παρά τά Φιλιατρά (Τριφυλία), ΑΔ, τ. 16, Κείμενον (1962), σσ. 122-125· Ά. 'Ορλάνδος (επιμ.), Φι­λιατρά, Το έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το 7960(1961), σσ. 141-145.
67. Στην αρχαία Μεσσήνη βρίσκονται τουλάχιστον δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές, όπου η μία ήδη ανασκάπτεται, βλ. Π. Θέμελης,Υστερορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη, στο Π. Θέ-μελης και Β. Κόντη (επιμ.), Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία. Αστικός και αργοτικόςχώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Αθήνα 2002, σσ. 38-39, 44. Παλαιοχριστιανικές βασιλικές έχουν επίσης εντοπιστεί στην Πυλία, στον Αγι-Αντρέα Λογγάς, στη Αούτσα Ταβέρνας (1930 Φοινικούντα) και τη Μεθώνη. Για τα πρωτοβυζαντινά αρχαιολογικά δεδομένα στην Μεσσηνία, βλ. τώρα Η. Αναγνω­στάκης, Παράκτιοι οικισμοί της πρωτοβυζαντινής Μεσσηνίας. Η σιωπή των πηγών και η αποσπα­σματική μαρτυρία της αρχαιολογίας, στο ίδιο, σσ. 137-160 και Α. Καββαδία-Σπονδύλη, Πρωτοβυ­ζαντινή Πυλία, στο ίδιο, σσ. 219-228.
68. Ορλάνδος, Χριστιανική Μεσσήνη (όπ. σημ. 63), σσ. 91-102· Β. Μπαρδάνη, Παλαιοχριστια­νικές επιγραφές Μεσσήνης, στο Θέμελης και Κόντη, Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία (όπ. σημ. 67), σσ. 82-98· Βελισσαρίου, 'Επιγραφή Κυπαρισσίας (όπ. σημ. 64), σσ. 407-416· Ί. Κακούρης, Βυζαντινά γλυπτά της αρχαιολογικής συλλογής Κορώνης, Πρακτικά τοϋ Α ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 5), 1978, σσ. 323-330- Θ. Προβατάκης, Ανέκδοτα Βυζαντινά και μεταβυζαντινά κειμήλια της 'Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 20-29. Στο Σουληνάρι Πυλίας έχει βρεθεί παλαιοχριστιανικό θωράκιο, Γ. Παπαθανασόπουλος, ΑΔ, τ. 24, Χρονικά (1970), σ. 143 και πίν. 141 στ'. Ενδιαφέρον έχει και το εκεί εκφραστικό μικροτοπωνύμιο Επισκοπή, βλ. G-McD, αρ. 2029 (σ.135), στα 2 χλμ. βόρεια του παλαιού και 2 χλμ. ΑΝΑ του νέου χωριού.
69. Μεσήνη, Κορωνία, Ασίνη, Μοθόνη και Κυπαρισία. Η επαρχία Ελλάδος ήγουν Αχαΐας αριθμούσε 79 πόλεις από τις οποίες οι 26 ήταν εντός Πελοποννήσου· βλ. Ε. Honigmann, Le Synecdemos d'Hierokles et 1 Opuscule geographique de Georges de Chypre, Βρυξέλλες 1939, σ. 18· G. Konidaris, Die neue in parallelen Tabellenausgabe der Not. Episcopatuum, und die Echtheit der Not. d. Cod. Paris. 1555A, Χαριστήριον εις Αναστάσιον Κ. Όρλάνδον, τ. 4 (1967-68), σ. 261· Bon, Peloponnese (όπ. σημ. 61), σ. 23- Avramea, Peloponnese (όπ. σημ. 61), σ. 110.
70. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Οί Βαλκανικοί Ααοί κατά τους Μέσους χρόνους, Θεσσα­λονίκη 1992, σσ. 85-86· η ίδια, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μεσαιωνική Ελλάδα. Γενική 'Επισκό­πηση, Αθήνα 1993 (ανατ. 1995), σσ. 35-37.
71. Σ. Λάμπρος, Το περί κτίσεως Μονεμβασίας χρονικόν, 'Ιστορικό Μελετήματα, Αθήνα 1884 (ανατ. 1979), σσ. 97 κ.εξ.· P. Lemerle, La Chronique improprement dite de Monemvasie: le contexte historique et legendaire, Revue des Etudes Byzantines, x. 21 (1963), σσ. 8-11· Σ. Κυριακίδης, Βυζα­ντινά! Μελέται VI: Οί Σλάβοι εν Πελοποννήσω, Θεσσαλονίκη 1947, σσ. 33 κ.εξ. Πρβλ. και το σχό­λιο του Καισαρείας Αρέθα: Σ. Κουγέας, 'Επί τοϋ καλουμένου χρονικού «Περί της κτίσεως τής Μο­νεμβασίας», Νέος Έλληνομνήμων[= ΝΕ], τ. 9 (1912), σσ. 473-480.
72. Και συνεχίζει: /όπηνίκα Κωνσταντίνος, ό τής κοπριάς επώνυμος, τά σκήπτρα τής των/ 'Ρω­μαίων διεΐπεν αρχής, δηλαδή κατά το λοιμό του 746 επί Κωνσταντίνου του Ε', βλ. Κ. Πορφυρο­γέννητος, Περί Θεμάτων = Α. Pertusi (επιμ.), Costantino Porfirogenito - De Thematibus, Introduzio-ne-Testo critico-Commento, Βατικανό 1952 (ανατ. 1976), σ. 91 στχ. 33-36.
73. Φ. Μαλιγκούδης, Σλάβοι στη μεσαιωνική Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 21991, σσ. 23-40. Ο συγ­γραφέας (σ. 35) παραθέτει μαζί με άλλα (Τοπόριστα, Ζυγοβίστι) και το τριφυλιακό τοπωνύμιο Αγορέλιτσα (1930 Αμπελόφυτον), σλαβικά Gorelica, από το ρήμα goreti = 'καίω', ως παράδειγμα που απηχεί τον εκτατικό τρόπο καλλιέργειας, μέσω της εκχέρσωσης δια πυράς, που εφάρμοζαν οι πρώιμοι Σλάβοι κατά την άφιξη τους. Βεβαίως οι ξενόφερτοι, μαζί με την καλλιέργεια της γης, πρέπει να συνδύαζαν και ποιμενικές δραστηριότητες.
74. Νυσταζοπούλου, Βαλκανικοί Λαοί (όπ. σημ. 70), σσ. 34-38· η ίδια, Σλαβικές εγκαταστάσεις (όπ. σημ. 70), σσ. 19-23· Γ. Μέγας, Ή 'Ελληνική Οικία. 'Ιστορική αυτής έξέλιξις και σχέσις προς την οίκοδομίαν τών λαών τής Βαλκανικής, Αθήνα 1949, σσ. 76-78· Σ. Βρυώνης, Ή καθ' ημάς Ανα­τολή: Η πνευματική παράδοση του Μεσαιωνικού Ελληνισμού στον Σλαβικό και τον Ισλαμικό κό­σμο, μτφρ. Λ. Γυιόκα, Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 66-70.
75. Με τελευταία μνεία στον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη (1430-1490), βλ. Ν. Nicoloudis, Laonikos Chalkokondyles. A Translation and Commentary of the «Demonstrations of Histories» (Books I-III), Αθήνα 1996, σσ. 126 και 127 σημ. 90. Για τους Σλάβους του Ταϋγέτου, βλ. κυρίως Κ. Πορφυρογέν­νητος, Προς τον Ιδιον υίόν 'Ρωμανόν= G. Moravcsik και R. Jenkins (επιμ.), Constantine Porphyro-genitus - De Administrando Imperio (στη σειρά Corpus Fontium Historiae Byzantinae = CFHB αρ. 1A), Ουάσιγκτον 21967 (ανατ. 1993), κεφ. 50, σσ. 232-236 στχ. 1-82· Δ. Ζακυθηνός, Οί Σλάβοι εν 'Ελλάδι. Συμβολαί εις την Ίστορίαν του Μεσαιωνικού 'Ελληνισμού, Αθήνα 1945, σσ. 51-66· Σ. Κου­γέας, Περί τών Μελιγκών τοϋ Ταϋγέτου εξ αφορμής ανεκδότου βυζαντινής επιγραφής εκ Λακωνίας, Πραγματεΐαι τής Ακαδημίας Αθηνών, τ. 15, αρ. 3 (1950), σσ. 1-34· Π. Ζερλέντης, Μηλιγγοί και Έζερΐται Σλάβοι έν Πελοποννήσφ, Ερμούπολη 1922 (ανατ. Αθήνα 1988), σσ. 9-12, 16-18.
76. Μόνο τα τεφροδόχα αγγεία που βρέθηκαν στην αρχαία Ολυμπάα αποδίδονται αναμφισβή­τητα σε Σλάβους, βλ. Ν. Γιαλούρης, 'Αρχαιότητες Ήλείας-Άχάϊας, ΑΔ, τ. 16, Κείμενον (1962), σ. 126· ο ίδιος, 'Αρχαιότητες Άχαΐας-Ήλείας, ΑΔ, τ. 17, Χρονικά (1963), σσ. 106-107, πίν. 117. Γενι­κότερα, βλ. Η. Αναγνωστάκης, Η χειροποίητη κεραμική ανάμεσα στην Ιστορία και την Αρχαιολο­γία, Βυζαντιακά, τ. 17 (1997), σσ. 285-330· Η. Αναγνωστάκης και Ν. Πούλου, Η Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη (5ος-7ος αιώνας) και προβλήματα της χειροποίητης κεραμικής στην Πελοπόννησο, Σύμ­μεικτα [= Σύμμ], τ. 11 (1997), σσ. 229-322· Α. Λαμπροπούλου, Η. Αναγνωστάκης, Β. Κόντη και Α. Πανοπούλου, Συμβολή στην Ερμηνεία τών 'Αρχαιολογικών τεκμηρίων τής Πελοποννήσου κατά τους «σκοτεινούς αιώνες», στο ΙΒΕ/ΕΙΕ, Οι Σκοτεινοί Αιώνες του Βυζαντίου (7ος-9ος αι.), Αθήνα 2001, σσ. 189-229· Δ. Πάλλας, Τά αρχαιολογικά τεκμήρια τής καθόδου τών βαρβάρων εις τήν Ελλάδα, στο βιβλίο του: Συναγωγή Μελετών Βυζαντινής Αρχαιολογίας (Τέχνη-Λατρεία-Κοινω-
77. Σε σύνολο 429 πελοποννησιακών τοπωνυμιών της καταγραφής Vasmer, 42 εντοπίζονται στην μείζονα Τριφυλία (= επαρχίες Τριφυλίας και Ολυμπίας) και 41 στην υπόλοιπη Μεσσηνία. Μεταξύ τους είναι και τα εξής χωριά: Αγορέλιτσα, Ασούτενα, Βεριστιά, Βιδίσοβα, Λεσοβίτι, Μάλα (πρόκειται για το Μάλη που προέρχεται όμως από το αλβανικό Mali = 'βουνό'), Μπλεμενιάνου, Πάνιτσα, Ποδογορά, Σελά, Ζαγάρενα, Ζαπάντι, Ζερμπίστα, Μάκρενα, Πολένα, Πουλίτσι, Ράδου και Χρύσοβα, βλ. Μ. Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Βερολίνο 1941, σσ. 145-149, 160-164· Μ. Κορδώσης, Ή σλαβική εποίκηση στην Πελοπόννησο με βάση τά σλαβικά τοπωνύμια, Δωδώνη, τ. 10(1981), σσ. 391,420, πίν. 1-4.
77α. Πρβλ. το ενδιαφέρον τοπωνύμιο στο χωριό Καναλουπού (1955 Πλάτη) σε κείμενο του 1699: Εις τους Μελιγκάδες έκλησία της Παναγίας ομοίως, Κ. Ντόκος, Ή εν Πελοποννήσω εκκλη­σιαστική περιουσία κατά τήν περίοδον της Β' Ενετοκρατίας, Byzantinisch-Neugriechische Jahrbiicher[= BNJ], τ. 21 (1976), σ. 164.
78. Δ. Βαγιακάκος, Ή Αρδούβιστα-Άνδρούβιστα-Χώρα της Έξω Μάνης, Πρακτικά τον Ε' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 22), τ.4 (1996-97), σ.102.
79. Notitia 3, στην τελευταία έκδοση του «τακτικού» από τον J. Darrouzes, Notitiae Episcopa­tuum Ecciesiae Constantinopolitanae. Texte critique, Introduction et Notes, Παρίσι 1981, σσ. 229-245. Πρβλ. σχετικά Έ. Κουντούρα-Γαλάκη, Συμβολή στην μελέτη της βυζαντινής εκκλησιαστικής ιεραρχίας κατά τήν περίοδο της πρώτης εικονομαχίας (Πρόδρομη ανακοίνωση), Βυζαντιακά, τ. 14 (1994), σσ. 65-80- η ίδια, Ή «Εικονοκλαστική» Notitia 3 και τό λατινικό πρότυπο της, Σύμμ, τ. 10 (1996), σσ. 45-73, για την Πελοπόννησο ειδικότερα, σσ. 69-70· Ά. Βασιλικοπούλου, Ή εκκλησια­στική οργάνωση τής Πελοποννήσου στή Βυζαντινή εποχή, Πρακτικά τοϋ Γ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 13), τ.2 (1987-88), σσ. 196-198· Konidaris, Not. Episcopatuum (όπ. σημ. 69), σσ. 247-264.
80. Ν. Βέης, Συμβολές στην εκκλησιαστική Γεωγραφία Ελλάδος κατά τον Μεσαίωνα και τά νεώτερα χρόνια, μτφρ. R. Quack-Μανουσάκη, Πελ, τ.25 (2000), σ.293.
81 .κζ' όΣυλλέου, κη ' ό Κυπαρισίας, λα ' ό Μοθόνης, λγ' ό Άσίνας, λδ ' ό Κύδνας(~ Κορώ­νης) και λε' ό Μοσσίνας (= Μεσσήνης), βλ. Darrouzes, Notitiae Episcopatuum (όπ. σημ. 79), σσ. 244-245 αρ. 758-759, 762, 764-766.
82. Ί. Σταμπολτζής, Παρατηρήσεις επί τριών χριστιανικών ναών τής Μεσσηνίας, Πρακτικά τοϋ Α' ΔΣΠΣ{= Πελ. Παρ. 6), τ. 2 (1976-78), σσ. 268-270, πίν. 93-96.
83. Όπως αναχρονολογεί δηλαδή και το σπαρτιάτικο μνημείο ο Π. Βοκοτόπουλος, Παρατηρή­σεις στην λεγομένη βασιλική τοϋ 'Αγίου Νίκωνος, Πρακτικά τοϋ Α ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 6), τ. 2 (1976-78), σσ. 273-282, πίν. 99-101, το συμπέρασμα στην σ. 280· ο ίδιος, Ή εκκλησιαστική αρχιτε­κτονική εις τήν δντικήν Στερεάν 'Ελλάδα και τήν "Ηπειρον από τοϋ τέλους τοϋ 7ου μέχρι τοϋ τέ­λους τοϋ 10ου αιώνος, Θεσσαλονίκη 1975, σσ. 204-205 σημ. 2. Πρβλ. Δ. Πάλλας, Ή Παναγία τής Σκριποϋς ώς μετάπλαση τής παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής σέ μεσαιωνική βυζαντινή, Συνα­γωγή (όπ. σημ. 76), τ.2, σ.587.
84. Εκλαμβάνοντας σωστή την ύπαρξη λατινικού αρχετύπου κατά τη σύνταξη του τακτικού, βλ. Γαλάκη, Notitia 3 (όπ. σημ. 79), διαπιστώνουμε πως η γραφή Συλλέου στο χειρόγραφο πιο εύ­κολα προέρχεται από τον τύπο Cyllene (όπως αναγράφεται στην Tabula Peutingeriana) παρά από κάποια λατινική παραλλαγή του ονόματος της Πύλου (Pylos, Pilos, Pylios, Pylus). Στη χωρογραφι-κή ακολουθία εξ άλλου, με κατεύθυνση βόρεια-νότια που σε γενικές γραμμές ακολουθεί ο κατάλο­γος, πρώτα γράφεται Συλλέου (= Κυλλήνης) και μετά Κυπαρισίας.
85. Ά. Σαββίδης, «Πελοπόννησος και Μουσουλμάνοι: OL αραβικές επιδρομές και οι πληροφο­ρίες τών Αράβων συγγραφέων (8ος-13ος αιώνες)», Βυζαντιναϊ Μελέται [= ΒΜ], τ. 4 (1992), σσ. 370-384. Μεταξύ 872-878 Σαρακηνοί της Κρήτης στρέφονται κατά της Μεθώνης και Πύλου· το 880 ο ναύαρχος Νάσαρ, νικητής των Αφρικανών έξω από την Μεθώνη, αφιέρωσε τα συλληφθέντα εχθρικά πλοία στην εκεί τοπική εκκλησία· βλ. ο ίδιος, On Pylos-Navarino-Zonklon in the Byzantine period, late 6th-early 13th centuries, στο βιβλίο του: Βυζαντινή προσωπογραφία, Τοπική ιστορία και Βυζαντινοτουρκικές σχέσεις, Αθήνα 1994, σ. 81· Φ. Ευαγγελάτου-Νοταρά, Ή Μεθώνη σταθμός στα ταξίδια βυζαντινών αυτοκρατόρων στή Δύση, Πελ, τ. 16 (1986), σ. 97· Α. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Β'2 (867-1081), Θεσσαλονίκη 21997, σσ.27, 411· Ν. Κωτσίρης, Συμβολή στην ιστορία της Μεθώνης, Αθήνα21983, σσ.32-33.
86. ή Ιστορία Β) (610-867), Θεσσαλονίκη 21998, σσ.289-290, 373.
87. Πατριαρχοΰντος έτι Ταρασίου (t 25 Φεβρουαρίου 806), γράφει το Χρονικό της Μονεμβα­σίας, Λάμπρος, (όπ. σημ. 71), σσ. 103, 107· Darrouzes, Notitiae Episcopatuum (όπ. σημ. 79), notitia 7, σ. 284 αρ. 549-555.
88. Φ. Λίτσας, Κορώνη, Ή προσωπογραφία μιας πολιτείας, Αθήνα 1983, σσ. 204-205.89. Ν. Οικονομίδης, Ό Βίος τοΰ Αγίου Θεοδώρου Κυθήρων (10ος αι.) (12 Μαΐου-BHG3 αρ. 2430), Πρακτικά τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 1, Αθήνα 1967, σσ. 264-291. Ο Θεόδωρος ασκήτε-ψε στα Κύθηρα επί Ρωμανού Α' Λεκαπηνού (920-944), τα οποία ήταν εντελώς ακατοίκητα τότε εξ αιτίας των συχνών αραβικών επιδρομών. Πρβλ. Π. Νιαβής, Οι αραβικές επιθέσεις στή Λακωνική κατά τή Μεσοβυζαντινή περίοδο, Β Μ, τ.3 (1991), σσ.261-275.
90. Οίκονομίδης, Βίος Θεοδώρου (όπ. σημ.89), σ.282 στχ. 46-7.
91. Και που καθυπέταξε ο στρατηγός του θέματος Θεόκτιστος Βρυένιος, βλ. Πορφυρογέννη­τος, Προς ίδιον νίόν(όπ. σημ. 75), κεφ.50, σ.232 στχ. 6-15.
92. Έ. Παπαηλιοπούλου-Φωτοπούλου, Παρατηρήσεις και προσθήκες στό «dossier» ενός λη­σμονημένου αγίου της Βυζαντινής Μεθώνης, Πρακτικά τοΰ Α ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 5), 1978, σσ. 236-258.
93. Ό. Λαμψίδης, Ό εκ Πόντου όσιος Νίκων ό Μετανοείτε (Κείμενα-Σχόλια), Αθήνα 1982 (= ΆρχεΐονΠόντουΠαρ. 13), σ.62, παράγραφος 22 στχ. 18-23 (Βαρβεριανός κώδικας 583), βλ. και σ. 187 στχ.22-27 (Κουτλουμουσιανός κώδικας 210), όπου οι σωστές γραφές Καλαμάταν και 'Αρκά­δας, σχόλια σσ. 423-425. Πρβλ. Σ. Λάμπρος, Ό βίος Νίκωνος τοΰ Μετανοείτε, ΝΕ, τ. 3 (1906), σ. 161 στχ.10-16
94. Π. Ζερλέντης, Αι μητροπόλεις Χριστιανουπόλεως και "Αργούς και Ναυπλίας, Αθήνα 1922, σσ. 3-4· Γριτσόπουλος, Εκκλησία Πελοποννήσου (όπ. σημ. 38), σσ. 508-512.
95. «Δια τής μετατοπίσεως τοΰ κέντρου τοΰ βάρους εκ της Κορίνθου, εγγυτέρου σημείου της χερσονήσου, αρχικώς μέν εις τάς Πάτρας, ακολούθως δέ εις τήν Λακεδαίμονα και τήν Χριστιανού-πολιν, ή πολιτική τής κοσμικής και τής εκκλησιαστικής εξουσίας άπέβλεψεν εις τήν δημιουργίαν καταλλήλων σημείων έξορμήσεως δια τήν έδραίωσιν τής χριστιανικής πίστεως εις τους ελληνικούς πληθυσμούς και τήν άφομοίωσιν των τελευταίων λειψάνων των σλαβικών εποικήσεων. Ή έπέκτα-σις τών εκκλησιαστικών περιφερειών εις αυτό τό έπίκεντρον τής αντιστάσεως συνεπλήρωσε το έργον τής μεγάλης αφομοιωτικής και εκπολιτιστικής προσπάθειας τής Εκκλησίας και τοΰ Κρά­τους». Ζακυθηνός, Σλάβοι (όπ. σημ. 75), σ. 100.
96. Α. Τσελίκας, Παρατηρήσεις σέ Πελοποννησιακά χειρόγραφα τοϋ 11ου, 12ου και 13ου αιώνος, Πρακτικά τοϋ Γ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 13), τ.2 (1987-88), σ.490.
97. Ι. Φαλμεράιερ, Ιστορία της χερσονήσου του Μοριά κατά το Μεσαίωνα, μτφρ. Π. Ζοφτζό-γλου, Αθήνα 2002, σσ. 299-300- Δ. Βαγιακάκος, Κυπαρισσίας ονοματολογικά, Πρακτικά τοϋ Β ' Το­πικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 10), 1984, σσ. 287-289. Με τον ίδιο συλλογι­σμό επιχειρείται να εξηγηθεί και η εμφάνιση μεσσηνιακής Μαντινείας στην παραλιακή θέση της αρ­χαίας Αβίας, βλ. Σ. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, Αθήνα [= ΠΠ], τ. 1 (1912-1923), σ. μ'. Η Μαντινεία της Έξω (μεσσηνιακής) Μάνης, αναφέρεται πρώτη φορά στο «Μεγάλο Χρονικό/ Chronicom Majus» του Σφραντζή, όταν εγκαταστάθηκε εκεί ευθύς μετά την πώληση της Θεσσαλονί­κης το 1423, ο δεσπότης της τελευταίας Ανδρόνικος Παλαιολόγος, βλ. Γ. Σφραντζής, Χρονικόν, μτφρ. Τ. Βουρνάς, Αθήνα 2001, τ. 1, σ. 168. Στο «Μικρό Χρονικό/ Chronicom Minus» η Μαντινεία πρωτοαναφέρεται το 1458, βλ. R. Maisano (επιμ.), Giorgio Sfranze - Cronaca (CFHB αρ. 29), Ρώμη 1990, σ. 150 στχ. 15. Πρβλ. Θ. Μπελίτσος, Η μεταβυζαντινή Μαντινεία. Η εξέλιξη του οικισμού από τον 15ο ως τον 18ο αιώνα, Μεσσηνιανά Χρονικά, τ. 2 (2000-2002), σσ. 575-584.
98. Αναγράφεται στη δεύτερη, μετά από την πρώτη θέση που κατέχει η αρχιεπισκοπή Πατρών: α' επαρχία Ελλάδος ό Πατρών, β' επαρχία Πελοπονήσου ό Αρκαδίας, βλ. Darrouzes, Notitiae Episcopatuum (όπ. σημ. 79), Notitia 3, σ. 232 αρ. 55-56. Πρβλ. στο Συνέκδημο (όπ. σημ. 69): Ήλις μητρόπολις Αρκαδίας, εδώ «μητρόπολις» με την κοσμική-πολιτική έννοια. Αυτό το μέρος του τα­κτικού, των αυτοκέφαλων αρχιεπισκοπών, Darrouzes, (όπ. σημ. 79), σσ. 232-233 αρ. 55-94, μπορεί να τοποθετηθεί χρονολογικά, πριν το 805, οπότε η Πάτρα υψώνεται σε μητρόπολη, και μετά το 732 (απόσπαση του ανατολικού Ιλλυρικού από τον πάπα), αφού όπως γράφει ο Κυριακίδης, Σλάβοι (όπ. σημ. 71), σ. 57: «αϊ αυτοκέφαλοι αρχιεπίσκοποι είναι θεσμός της 'Ανατολής και όχι της Δύσε­ως» ή μετά το 754, όπως χρονολογεί εκτιμώντας από την ιεραρχική άνοδο της αρχιεπισκοπής Εύχαΐτωνϊ] Κουντούρα-Γαλάκη, Συμβολή στην Ιεραρχία (όπ. σημ. 79), σ. 76.
99. Εάν είναι άσχετες, τότε η μετονομασία της πόλης συνέβη μεταξύ 527 και 975 (Συνέκδημος-Βίος Νίκωνος). Εάν ταυτίζονται, περιοριζόμαστε μεταξύ 527 και 732/805.
100. Τέτοιες μετακινήσεις μετά και τοϋ ιδίου αυτών επισκόπου αναφέρει το «Χρονικό της Μο­νεμβασίας», τόσο για τον εξοικισμό του πληθυσμού της Λακεδαίμονος στη Μονεμβασία, όσο και κατά τον επαναπατρισμό των Πατρινών, βλ. Λάμπρος (όπ. σημ. 71), σσ. 100-106.
101. Με μετάθεση δηλαδή της αρχιερατικής έδρας από την Αρκαδία στη Χριστιανούπολη = Χριστιανού (αρχαία Αλίαρτος;), μεταξύ 732/754 και 1081. Η Χριστιανούπολη τότε, αν κρίνουμε από το όνομα της, ήταν πολυάνθρωπη, μεσόγεια και άρα πιο ασφαλής, αν εικάσουμε ως αιτία με­τατόπισης της αρχιερατικής έδρας τις πιθανές γι' αυτή την περίοδο αραβικές επιδρομές. Ας προ­σθέσουμε εδώ ότι στα εκκλησιαστικά τακτικά του 11ου-13ου αιώνα, η Χριστιανούπολις, στην 76η θέση, υστερεί ασφαλώς στην πρωτοκαθεδρία έναντι των μητροπόλεων Κορίνθου (27η) και Πατρών (32η), προηγείται όμως της Λακεδαιμόνιας (78η), βλ. Darrouzes, Notitiae Episcopatuum (όπ. σημ. 79), Notitia 11 (του 11ου αι.), σ. 344 αρ. 79, επί συνόλου 80 μητροπόλεων Notitia 12 (12ου αι.), σ. 350 αρ. 76, επί συνόλου 89· Notitia 15 (μετά το 1262), σ. 382 αρ. 76, επί συνόλου 80- Notitia 16 (14ου), σ. 388 αρ. 76, επί συνόλου 83. Την 78η θέση, επί συνόλου 86, κατέχει στη Notitia 13 (12ου αι.), σ. 368 αρ. 786. Στα τακτικά του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1282-1328), φέρεται υποβαθμι­σμένη, εξαιτίας της φραγκοκρατίας, στην 92η (Notitia 17, σ. 400 αρ. 92, επί συνόλου 112) και 91η θέση (Notitia 18, σ. 407 αρ. 92, επί συνόλου 111). Στο τακτικό του Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγου (1328-1341), έχει αποκατασταθεί στην παλιά της σειρά (76η) Notitia 19, σ. 413 αρ. 99, επί συνόλου 110 μητροπόλεων. Πρβλ. Βασιλικοπούλου, Εκκλησιαστική οργάνωση (όπ. σημ. 79), σσ. 201-204. Στην μετά την άλωση εποχή η Χριστιανούπολις κατείχε την 42η θέση επί συνόλου 72 μητροπόλε­ων, Notitia 21 (γύρω στο 1500), σ. 420 αρ. 47.
101α. Ζερλέντης, Αϊ μητροπόλεις (όπ. σημ. 94), σ. 4.
102. Βλ. όνομα Ευστάθιος ό Βουρκανός, πάροικος της Νέας Μονής Χίου, σε σιγίλλιο του 1051, Μ-Μ, τ. 5 (1887), σ. Τ Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, Ή ονομασία της 'Ιεράς Μονής Βουλκάνου (Ανάτυπο απο το περιοδικό Διδαχή, τ. 29), Καλαμάτα 1975, σσ. 3-25.
103. Για τον μεσοβυζαντινό οικισμό, βλ. Θέμελης, Υστερορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Μεσ­σήνη (όπ. σημ. 67), σ. 35 και σ. 53 εικ. 16. Το 1354 το Βουρκάνο φέρεται με 61 εστίες, J. Longnon και P. Topping, Documents sur le regime des terres dans la principaute de Moree au XlVe siecle, Πα-ρίσι-Χάγη 1969 [= L-T], σσ. 95-101,245· P. Topping, The Post-classical documents, MME, o. 68.
104. Η. Αναγνωστάκης, Ιστορικογεωγραφικές σημειώσεις, Σύμμ, τ. 8 (1989), σσ. 69-79, 82.
105. ...που την μοναδική της μνεία κατά την 8η δεκαετία του 9ου αιώνα χρωστάμε στον Σκυλί-τζη, και αν βεβαίως η πληροφορία δεν οφείλεται απλώς στην όποια αρχαιογνωσία του χρονογρά­φου. Βλ. Sawides, Pylos-Navarino-Zonklon (όπ. σημ. 88), σ. 81.
106. Βλ. π.χ. χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου του 1293: και κατέρχεται εις την Πύλον, τον καλούμενον Αβαρίνον, εν φ και λιμην μέγας, Μ-Μ τ. 5 (1887), σ. 160· Sawides, Pylos-Navarino-Zonklon (όπ. σημ. 88), σσ. 81-84· ο ίδιος, Notes on Navarino in the Frankish, Venetian and early Ottoman periods, στο βιβλίο του: Βυζαντινή προσωπογραφία (όπ. σημ. 88), σσ. 85-89· Χ. Μπαλτάς, Πύλος, Ναβαρίνο, Νιόκαστρο, Ανάκτορο Νέστορος, Αθήνα21997, σσ. 160 κ.εξ.
107. Σαν τοπωνύμιο Pyla απαντά το 1354, L-T, σσ. 247-248. Στην ίδια περιοχή μαρτυρείται και το ενδιαφέρον τοπωνύμιο Σκλαβοχώρι (sclavoforo), αυτόθι, σ. 82 στχ. 9. Η σημασία του χωριού Πύλα προκύπτει από «ενθύμηση» αναφερόμενη στην εκεί παραμονή του αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγου, πριν αναχωρήσει μαζί με τον πατριάρχη Ιωσήφ για τη σύνοδο Φεράρας-Φλωρε-ντίας: στις 28 Δεκεμβρίου 1437 ήλθεν ό βασιλεύς ό κύρ Ιωάννης εις την/ Πύλαν με τα φουσάτα του, και εις τάς γ' τοϋ Ίαννουαρίου έξέβη/ό πατριάρχης και ή σύνοδος όλη και επήγαν εις τήν Πύ­λαν, όπου/ήταν ό βασιλεύς ό κύρ Ιωάννης,Σ. Λάμπρος, ΠΠ, τ. 3 (1926), σ. 362 στχ. 8-11· ο αυτός, Ενθυμήσεων ήτοι χρονικών σημειωμάτων συλλογή πρώτη, ΝΕ, τ. 7 (1910), σσ. 156-157 αρ. 115.
108. Δ. Ζακυθηνός, Βυζαντινή Ιστορία (324-1071), Αθήνα 1972 (ανατ. 1989), σ. 149-156· Τ. Λουγγής, Η εξέλιξη της βυζαντινής πόλης από τον τέταρτο στο δωδέκατο αιώνα, Βυζαντιακά, τ. 16 (1996), σσ. 33-67- Μ. Κορδώσης, Ιστορικογεωγραφικά πρωτοβυζαντινών και εν γένει παλαιοχρι­στιανικών χρόνων, Αθήνα 1996, σσ. 230-233.
109. Κατά τον Πορφυρογέννητο, τον 10ο αιώνα, 40 οικισμοί του θέματος Πελοποννήσου θεω­ρούνται πόλεις, εξ φν είσιν επίσημοι/ Κόρινθος μητρόπολις, Σικυών, "Αργός, Λακεδαιμόνια της Λακωνικής ή/πριν Σπάρτη, ετέρα μητρόπολις αϊ λεγόμεναι Πάτραι.Βλ. Περί Θεμάτων (όπ. σημ. 72), σ.90 στχ. 4-6.
110. Χ. Μπούρας, Πολεοδομικά των μεσοβυζαντινών και υστεροβυζαντινών πόλεων, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας [= ΔΧΑΕ], περίοδος Δ', τ. 20 (1999), σσ. 89-98· ο ίδιος, Κατοικίες και οικισμοί στη βυζαντινή Ελλάδα, στο Ό. Δουμάνης και P. Oliver (επιμ.), Οικι­σμοί στην Ελλάδα, Αθήνα 21979, σσ. 42-48· Ν. Μουτσόπουλος, Η πρώιμη βυζαντινή και η μεσοβυ-ζαντινή πόλη, Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχ. 64 (1997), σσ. 29-58.
111. Πρβλ. παραδείγματα στο S. Curcic και Ε. Χατζητρύφωνος (επιμ.), Κοσμική μεσαιωνική αρχιτεκτονική στα Βαλκάνια (1300-1500) και η διατήρηση της, Θεσσαλονίκη 1997.
112. Αναφέρονται οι παραλιακές πόλεις: Arkadia (Αρκαδία), Irouda (Ναβαρίνο), Motonia (Με­θώνη), Nama (Μαράθι), Coronia/ korunia (Κορώνη), Maitha/ maita (Καλαμάτα), Malaia (Μαΐνη), el-Kedemona/lakedemuna (Λακεδαίμονα), Maliassa/ maliasa (Μονεμβασία), Gethuria (Γεράκι) κ.ά. (η δεύτερη αναγραφή στα ονόματα προέρχεται από τον χάρτη του 1192). Ο Edrisi υπολογίζει ότι η Πελοπόννησος είχε 50 πόλεις, 21 αναφέρει ονομαστικά, ενώ στο χάρτη σημειώνονται 17 πόλεις-κάστρα. Βλ. Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 333 μ.Χ.-ΠΟΟ (= τ. 1), Αθήνα 81994, σσ. 214-216· Bon, Peloponnese (όπ. σημ. 61), σσ. 156-157, σ. 20 χάρτης (του 1192)· Α. Sawides, Morea and Islam, 8th-15th centuries: a survey, Jourmal of Oriental and African Studies, τ. 2 (1990), σσ. 44-45· ο ίδιος, Πελοπόννησος και Μουσουλμάνοι (όπ. σημ. 88), σσ. 380-382. Ειδικότερα για τη νότια Πελοπόννησο βλ. Μ. Κορδώσης, Ή περιγραφή της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου από τον Άραβα περιηγητή Edrisi, Πρακτικά τοϋ Β ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 8), τ. 2 (1981-82), σσ. 261-268- Ν. Μουτσόπουλος και Γ. Δημητροκάλλης, Ή ταύτισις της Gethuria τοΰ Edrisi μέ το Γεράκι, ΑΣ, τ. 9 (1988), σσ. 61-69· Ν. Ζέρβης, Ό Άραβας γεωγράφος Edrisi καί ή Καλαμάτα, Μεσσηνιακά Γράμμα­τα [= ΜΓ], τ. 2 (1967), σσ. 469-479· Π. Κατσαφάδος, Η συμβολή περιηγητικών κειμένων, χαρτών και χαρακτικών στην επίλυση του προβλήματος της ταύτισης των «κάστρων της Μάνης», στο Γ. Σαΐτας (επιμ.), Μάνη, Μαρτυρίες για το χώρο και την κοινωνία. Περιηγητές και επιστημονικές αποστολές (15ος-19ος αιώνας), Αθήνα 1996, σσ. 114-122· ο ίδιος, Τα Κάστρα της Μαΐνης, Αθήνα 1992, σσ. 287-291.
113. Ν. Κοντογιάννης, Κάστρα και οχυρώσεις στην Μεσσηνία κατά τους Μεσαιωνικούς καί Νεώτερους χρόνους, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 24), τ. 2 (2001-2002), σσ. 522-524. Μια ιδέα χώρου-τόπου, μπορεί να σχηματίσει κανείς από κατόψεις κάστρων και τοπογραφικά, βλ. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), πίνακες στο Album, πίν. 92 (Καλαμάτα), πίν. 99 (Αρκαδία)· Ε. Καρποδίνη Δη­μητριάδη και Ν. Λιανός, Κάστρα της Πελοποννήσου, Αθήνα 1990, σσ. 154-155 εικ. 128 (Κορώνη), σσ. 174-175 εικ. 140 (Μεθώνη)· Π. Γρηγοράκης, Σ. Μιγάδη και Δ. Χαραλάμπους, Μεθώνη-Κορώνη, ΕΠΑ, τ. 4 (1990), εικ. σ. 47- Κ. Andrews, Castles of the Morea, Πρίνστον New Jersey 1953, πίν. 1-2 (Κορώνη), πίν. 5 (Καλαμάτα), πίν. 14, 16-17 (Μεθώνη), πίν. 18 (Αρκαδία).
114. Η Καρυούπολις της Κάτω Μάνης αναφέρεται στις πηγές το 821/2. Ρ. Έτζέογλου, Καρυ-ούπολις, μιά ερειπωμένη βυζαντινή πόλη, ΑΣ, τ. 9 (1988), σσ. 3-60.
115. W. McDonald, W. Coulson και J. Rosser (επιμ.), Excavations atNichoria in Southwest Gree­ce, τ. 3: Dark Age and Byzantine Occupation, Μιννεάπολη 1983, σσ. 351 κ.εξ.
116. Α. Harvey, Οικονομική ανάπτυξη στό Βυζάντιο (900-1200), μτφρ. Έ. Σταμπόγλη, Αθήνα 1997, σ. 240· Κατσαφάδος, Κάστρα Μαΐνης (όπ. σημ. 112), σσ. 253-255· Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σ. 66.
117. Χ. Μπούρας, Βυζαντινή καί Μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2001, σσ. 138, 140-141· Χ. Μπούρας και Λ. Μπούρα, Ή ελλαδική ναοδομία κατά τόν 12ο αιώνα, Αθήνα 2002, σσ. 64-66, 291-296, 320-324, όπου και πλήρης βιβλιογραφία· Κ. Καλοκύρης, Βυζαντιναι έκκλησίαι της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Θεσσαλονίκη 1973- Γ. Δημητροκάλλης, "Αγνωστοι Βυζαντινοί Ναοί Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Αθήνα, τ. 1 (1990) και τ. 2 (1998)· Β. Αθανασο­πούλου, Βυζαντινές εκκλησίες της Μεσσηνίας, ΜΓ, τ. 2 (1967), σσ. 32-50· Ά. 'Ορλάνδος, Ή εν Χρι­στιανού της Τριφυλίας βυζαντινή εκκλησία της Μεταμορφώσεως τοϋ Σωτήρος, ΠελΠρωτ, τ. 1 (1957), σσ. 15-18. Επισημαίνω εδώ την απουσία μελετών για μνημεία της μητρόπολης Τριφυλίας και Ολυμπίας.
118. Στο ίδιο επίσης όριον (orium) Πατρών και Μεθώνης, αναφέρονται κτήματα των οικογε­νειών Βρανά και Καντακουζηνού. Δ. Ζακυθηνός, Μελέται περί της διοικητικής διαιρέσεως καί της επαρχιακής διοικήσεως εν τω Βυζαντινά) κράτει, Έπετηρίς 'Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών [= ΕΕΒΣ], τ. 21 (1951), σσ. 184-186· Α. Carile, Partitio terrarum imperii Romanie, Studi Veneziani [= SV], τ. 7 (1965), σ. 219 στχ. 57-62 και σσ. 260-262. Για τους Μύλους (Molini/Molina) σε έγγραφο του 1361, βλ. L-T, σσ. 248-249. Η λίστα τιμαρίων του 1391 αναφέρει La Molines με 40 εστίες, βλ. C. Hopf, Chroniques greco-romanes, inedites ou peu connues, Βερολίνο 1873 (ανατ. Αθήνα 1961) [= Cg-r], σ. 230· Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 692. Πρβλ. Κ. Κόμης, Πληθυσμός και οικισμοί της Μά­νης (15ος-19ος αιώνας), Ιωάννινα 1995 (= Δωδώνη Παρ. 57), σ. 314 αρ. 75.
119. Γενικά για την περίοδο βλ. Bon, Moree (όπ. σημ. 44)· W. Miller, Ή Φραγκοκρατία στην Ελλάδα (1204-1566), μτφρ. "Α. Φουριώτης, Αθήνα 21990 ΜΕ, τ. 1 (21974)· Χ. Μαλτέζου, άρθρα στο κεφ. Ό ελληνισμός κατά τήν υστεροβυζαντινή περίοδο (1204-1453), ΙΕΕ, τ. 9 (1979), ιδίως σσ. 248-255,261-263, 270-272, 275-276, 282-291· Α. Ilieva, Frankish Morea (1205-1262), Αθήνα 1991· Σ. Δοανίδου, Τό Πριγκιπάτο της "Αχαΐας (1205-1460), Αθήνα 1989· Δ. Κατσαφάνας, Τό Πριγκιπάτο τον Μορέως, Σπάρτη 2003· D. Nicol, Οι Τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου (1261-1453), μτφρ. Σ. Κομνηνός, Αθήνα 1996· Π. Καλλιγάς, Μελέται βυζαντινής ιστορίας. Αασκαρίδαι-Παλαιολόγοι, από της πρώτης μέχρι της τελευταίας αλώσεως (1204-1453), Αθήνα 1894 (ανατ. 1997)· Σ. Λάμπρος, Ιστορία της Ελλάδος, τ. 6, Αθήνα 1909 (ανατ. 1998)· G. Ostrogorsky, Ιστορία τοϋ Βυζαντινοί) Κράτους, μτφρ. Ί. Παναγόπουλος, τ. 3, Αθήνα 51997.
120. Μ. Κορδώσης, Ή κατάκτηση της νότιας Ελλάδος από τους Φράγκους. 'Ιστορικά και τοπο­γραφικά προβλήματα, Ιστορικογεωγραφικά [= Ιστγεω], τ. 1 (1986), σσ. 53 κ.εξ. κυρίως σσ. 84-106.
121. ΧρΜορ, στχ. 1723-1738 (σσ. 74-75)· Γ. Βιλλαρδουίνος, Η κατάκτηση της Κωνσταντινού­πολης, μτφρ. Κ. Αντύπας, Αθήνα 21985, παράγραφος 329 (σ. 153).
122. Ή. Μουνδρέας, Τοπωνυμικά της Μεσσηνίας στην εποχή της Φραγκοκρατίας, Πρακτικά τοϋ Α ' ΔΣΠΣ(= Πελ. Παρ. 6), τ. 2 (1976-78), σσ. 181-186.
123. ΧρΜορ, στχ. 1770-1790 (σσ. 76-77).
124. Α. Bon, Τά σύνορα τών Ενετικών κτήσεων εν Μεσσηνία από τοϋ Που έως τοϋ 15ου αιώνος, ΜΓ, τ.2 (1967), σ.21· ο ίδιος, Moree (όπ. σημ. 44), σ.442-443· C. Hodgetts και P. Lock, Some village fortifications in the Venetian Peloponnese, στο Ρ. Lock και G. Sanders (επιμ.), The Archaeology of Medieval Greece (Oxbow Monograph 59), Οξφόρδη 1996, σ.77.
125. Ο. Μίλλερ, Οι Φράγκοι εν Πελοποννήσω, ΝΕ, τ.21 (1927), σ. 237· Κοντογιάννης, Κάστρα στη Μεσσηνία (όπ. σημ. 113), σσ. 525-526.
126. Περιήλθε διαδοχικά στις οικογένειες Ανόε (Aunoy), Μαύρους και Ζαχαρία, βλ. Bon Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 412-414· Cg-r, σ. 472 αρ. 12a· Σ. Παρασκευόπουλος και Γ. Παυλόπουλος, Ή Κυπαρισσία (Αρκαδία) και η ιστορία τών αιώνων της, Κυπαρισσία 1971, σσ. 73-81.
127. ΧρΜορ, στχ. 1944/45 (σ. 83)· Χ. Καπότας, Ή Φραγκοκρατία της Πελοποννήσου και ή Βα-ρωνία της Γριτσένης, ΠελΠρωτ, τ. 7 (1963), σ. 114.
128. Σε έγραφο του 1361 η βαρονία περιελάμβανε τα χωριά Prothi (Πρώτη), Molini (Μύλοι), Archie, la Cannata (= Λαχανάδα), Crusuna, Zincirnicza και Grisu (= Γρίζη/ Ακριτοχώριον), βλ. L-T, σ. 147 στχ. 8-9 και σ. 248.
129. Cg-r, σ. 472 αρ. 12b. Στην λίστα με τα φέουδα του 1377 (1364 στον Hopf) αναγράφεται μα­ζί με τον Αετό (Aquila) στην κυριότητα του βαρόνου της Αρκαδίας, αυτόθι, σ. 228· Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 690. Ο Bon, σ. 430, τοποθετεί το κάστρο του Saint Sauveur (Sancto Salvatore) στο μονα­στήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, 1,5 χλμ. νότια του χωριού Βαριμπόπη (Χ 21), επισημαί­νει ωστόσο την έλλειψη μεσαιωνικών ερειπίων τα οποία και θα επιβεβαίωναν την ταύτιση.
130. Έτσι δικαιολογείται ότι στη λίστα του 1377 βρίσκουμε το μεσσηνιακό Σιδηρόκαστρο (castelo de Ferro) να συμπεριλαμβάνεται στα Σκορτά, βλ. Cg-r, σ. 227· Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 690. Όπως επίσης στο «Χρονικό», τήν Αημάτραν,/ τό κάστρον ποϋ ήτον στά Σκορτά, και τό χάλα­σαν οι Ρωμαίοι- βλ. ΧρΜορ, στχ. 7997-8000 (σ. 324). Για την περιοχή των Σκορτών βλ. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 363 κεξ· Ί. Σαρρής, Τά «κάστρα τών Σκορτών» Άράκλοβον και "Αγιος Γεώργιος, Αρχαιολογική Έφημερίς 1934-1935, σο. 57-84· Κ. Ρωμαίος, Τοπογραφικά της Φραγκοκρατίας, Πελ, τ. 2 (1957), σσ. 1-26· Ν. Μουτσόπουλος, Άπό τήν Βυζαντινή Καρύταινα, Πελ, 16 (1986), σσ. 129-202· Ά. Αδαμαντίου, Τά Χρονικά τοϋ Μορέως. Συμβολαί εις τήν Φραγκοβυζαντινήν ίστο-ρίαν και φιλολογίαν, Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τής 'Ελλάδος [= ΔΙΕΕ], τ. 6(1901), σσ. 481,596-597.
131. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 98-99, 101, 444- Ν. Ζαχαρόπουλος, Ή εκκλησία στην 'Ελλά­δα κατά τήν Φραγκοκρατία, Θεσσαλονίκη 21984 (ανατ. 1992), σσ. 112-116. Ά. Βασιλικοπούλου-Ίωαννίδου, Ή επισκοπή Κορώνης στις αρχές τοϋ ιγ' αιώνα. Ό επίσκοπος 'Αθανάσιος, Πελ, τ. 16 (1986), σ. 378.
132. Ο. Μίλλερ, Οι Ηγεμόνες τής Πελοποννήσου, ΝΕ, τ. 21 (1927), σσ. 279-283.
133. Την αιχμαλωσία δηλαδή του Γουλιέλμου Β' Βιλλεαρδουΐ'νου, την ανακατάληψη της Κων­σταντινούπολης από τους Βυζαντινούς (1261) και την απελευθέρωση του (1262) με αντάλλαγμα τα φρούρια της Πελοποννήσου (Μυστρά, Μονεμβασίας, Μεγάλης Μαΐνης, και ίσως του Γερακίου και την περιοχή της Κινστέρνας) τα οποία και απετέλεσαν τον αρχικό πυρήνα για τον σχηματισμό του βυζαντινού «Δεσποτάτου του Μορέως». Βλ. Κ. Γιαννακόπουλος, Ό Αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιο­λόγος και ή Δύσις (1258-1282), μτφρ. Κ. Πολίτης, Αθήνα 1969, σσ. 49 κ.εξ.· Κορδώσης, Ή κατάκτηση (όπ. σημ. 120), σσ. 170-177· Miller, Φραγκοκρατία (όπ. σημ. 119), σσ. 158-166· S. Runciman, Μυστράς, μτφρ. Π. Κορρέ και Τ. Καπατσώρη, Αθήνα 1986, σσ. 39-42.
134. Το «Χρονικό» περιγράφει λεπτομερώς τις μάχες στην Πρινίτσαν, στα Σεργιανά/ Μεσί-σκλίνκαι το Μακρυπλάγι, ΧρΜορ, στχ. 4527-5738 (σσ. 189-236)· Cg-r (Sanudo), σ. 118· Ε. Παπα­δοπούλου (εκδ.), Μαρίνος Σανούδος Τορσέλλο, Ιστορία της Ρωμανίας, σο. 126-129. Πρβλ. Miller, Φραγκοκρατία (όπ. σημ. 119), σσ. 171-176· Γιαννακόπουλος, Μιχαήλ (όπ. σημ. 133), σσ. 122-126, 134-136. Για τους Τούρκους μισθοφόρους που αυτομόλησαν στους Φράγκους, βλ. Ά. Σαββίδης, Ή προέλευση και ό ρόλος τών τουρκόφωνων μισθοφόρων στον Μορέα κατά τόν Βυζαντινοφραγκικό πόλεμο τοΰ 1263-64, Πρακτικά του Δ ' ΔΣΠΣ(= Πελ. Παρ. 19), τ. 1 (1992-93), σσ. 165-188· ο ίδιος, Morea and Islam (όπ. σημ. 112), σσ. 55-58.
135. ...κ' ηΰρεν τόν τόπον έρημον, τελείως έξηλειμμένον./Κ' ερώτησε και είπαν του δτι εκ της μάχης ήτον,/όπου εϊχεν γάρ ό βασιλέας μετά το πριγκιπάτο, ΧρΜορ, στχ. 8680-8682 (σσ. 350-351). Ο Βενετός χρονογράφος Marino Sanudo Torcello γράφει χαρακτηριστικά ότι μία γυναίκα παντρεύ­τηκε διαδοχικά επτά φορές(!) γιατί οι άνδρες της σκοτώνονταν στον πόλεμο, βλ. Cg-r (Sanudo), σ. 118· Παπαδοπούλου, Σανούδος (όπ. σημ. 134), σσ. 128-129.
136. Μ. Ντούρου-Ήλιοπούλου, Ή Ανδεγαυική κυριαρχία στην Ρωμανία επί Καρόλου Α ' (1266-1285), Αθήνα 1987· Δοανίδου, Πριγκιπάτο (όπ. σημ. 119), σσ. 87κ.εξ.
137. ΧρΜορ, στχ. 7997-8000 (σ. 324)· Ί. Σφηκόπουλος, Τά μεσαιωνικά μεσσηνιακά κάστρα Δη-μάντρας και Γκρεμπενής, Τριφυλιακή Εστία, τεύχ. 47 (1982), σσ. 401-408.
138. ΧρΜορ, στχ. 8096 (σ. 328)· Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 414-417· Παπαθανασόπουλοι, Πύλος-Πυλία (όπ. σημ. 51), σσ. 43-47.
139. Βλ. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 171, 439-440, 446, 656-658, ο οποίος το ταυτίζει με το κάστρο στη Μίλα στα βορειοανατολικά Κοντοβούνια- πρβλ. Έ. Βρανούση, Δύο ανέκδοτα άφιερω-τήρια έγγραφα υπέρ της μονής Θεοτόκου τών Κριβιτζών (ΙΓ'-ΙΔ' αι.). Συμβολή στή μελέτη της βυ­ζαντινής Πελοποννήσου, Συμμ, τ. 4 (1981), σσ. 45-46. Κάστρα φυσικά έχτιζαν και οι Βυζαντινοί. Με την εγκατάσταση τους στον Μοριά, έκτισαν, όπως γράφει ο Sanudo, «φρούρια ισχυρά επάνω σε βουνά και σε πολύ οχυρά περάσματα», βλ. Cg-r (Sanudo), σ. 116· Παπαδοπούλου, Σανούδος (όπ. σημ. 134), σσ. 124-125
140. Το Νίκλι μετατοπίζεται στο Μουχλί και τα Τσιπιανά, η Βελιγοστή στο Λεοντάρι, η Λακεδαιμόνια στον Μυστρά και η Κόρινθος στον Ακροκόρινθο. Βλ. Μ. Κορδώσης, Μετατόπιση Πελοποννησιακών πόλεων στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, Ιστγεω, τ. 6 (1998), σσ. 91-96.
141. Το 1332, ο εμίρης του Αϊδινίου Ουμούρ, λεηλάτησε την κάτω πόλη της Μονεμβασίας. Το 1334/5 έφτασε μέχρι το Μυστρά, ενώ στον μεσσηνιακό κόλπο κατέλαβε δύο οχυρές θέσεις της Μά­νης. Βλ. Runciman, Μυστράς (όπ. σημ. 133), σ. 60· Α. Αβραμέα, Ό «Τζάσις τών Μελληγών». Νέα άνάγνωσις επιγραφών έξ Οιτύλου, Παρνασσός, τ. 16, αρ. 2 (1974), σ. 296- Κατσαφάδος, Κάστρα Μαΐνης (όπ. σημ. 112), σσ. 197-200· Sawides, Morea and Islam (όπ. σημ. 112), σ. 58. Διαχρονικά σημεία πειρατικών ενεδρών στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, ήταν τα στενά ανάμεσα στη μεσσηνια­κή ακτή και στα νησιά Πρώτη και Σαπιέντζα. Πλήθος περιστατικών πειρατείας, κυρίως από ενετι­κές πηγές, υπάρχουν στο βιβλίο της Α. Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρό­νους της Τουρκοκρατίας (1390-1538), Αθήνα 1985.
142. Το 1347 η πανώλη επισημαίνεται στην Κορώνη και τη Μεθώνη, βλ. Κ. Κωστής, Στον και­ρό της πανώλης. Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου, 14ος-19ος αιώνας, Ηρά­κλειο 1995, σσ. 303-320· Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985 (και ανατ. 1987), σσ. 61-68. Από έγγραφα φορολογικού χαρακτήρα, που απογράφουν τους πάροικους σε μεσσηνιακά χωριά, λίγα χρόνια μετά από την εκδήλωση της νό­σου, έχουμε την εξής εικόνα: το 1354 το χωριό Κρεμμύδι (Cremidi) είχε 63 εστίες ενεργές και 21 στάσεις εγκαταλειμμένες, το Βουρκάνο (Bulcano) 23 και 14, το Πετόνι (Pettonii) 54 και 14, ενώ το 1357, η Κόσμινα (Cosmine) 49 και 17. Η υψηλή αναλογία (1:3) σε ερημωμένες στάσεις είναι ενδει­κτική για τις συνέπειες της επιδημίας: άλλοι πέθαναν και άλλοι έφυγαν για να γλιτώσουν σε από­μερα καταφύγια χωρίς να επιστρέψουν. Βλ. L-T, σσ. 73-76, 95-98, 102-111, 135-138- πρβλ. Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σ. 68· Παναγιωτόπουλος, όπ. π., σσ. 43, 65.
143. Το 1381 οι Ναββαραίοι έγιναν κύριοι της ηγεμονίας της Αχαΐας, κατέλαβαν το Ναβαρίνο και εγκαταστάθηκαν στην Ανδρούσα, όπου και την επέλεξαν για πρωτεύουσα. Βλ. Miller, Φραγκο­κρατία (όπ. σημ. 119), σσ. 382-383· Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 256.
144. Ηδή το 1410, αναφέρονται αλβανικές επιδρομές στην περιοχή της Κορώνης, βλ. Κ. Σάθας, Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας (= Documents inedits relatifs a l'histoire de la Grece au Moyen Age), Παρίσι (ανατ. Αθήνα 1972), τ. 2 (1881), σσ. 251-252 (αρ. 512)· Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σ. 69.
145. Επαναστάσεις Αλβανών στην Πελοπόννησο έχουμε στα 1423, 1453, 1454, 1458 και 1459, βλ. Η. Σκουλίδας, Μετοικεσίες αλβανοφώνων στον ελλαδικό χώρο. Φυσικές προσβάσεις και πλη­θυσμιακή αναδιάταξη, Ηπειρωτικά Χρονικά [= ΗΧ], τ. 33 (1998-99), σ. 286· Ί. Ποΰλος, Ή έποίκη-σις τών Αλβανών εις Κορινθίαν, Έπετηρίς τοΰ Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 3 (1950), σσ. 73-76, 88-90- Κ. Μπίρης, Αρβανίτες, Οι Δωριείς τοΰ Νεώτερου Ελληνισμού, Αθήνα 31997,σσ. 125-131· Cg-r (Sanudo), σ. 199.
146. S. Curcic, Αρχιτεκτονική στην εποχή της ανασφάλειας. Εισαγωγή στην κοσμική αρχιτεκτονι­κή στα Βαλκάνια, 1300-1500, στο Curcic και Χατζητρύφωνος, Κοσμική αρχιτεκτονική (όπ. σημ. 111), σσ. 20-23 και χάρτες σ. 70. Για την Πελοπόννησο βλ. Sawides, Morea and Islam (όπ. σημ. 112), σσ. 58-70, όπου και πλούσια βιβλιογραφία. Το 1387 ο Εβρενός μπέης ερήμωσε τον νοτιοδυτικό Μοριά, ομοίως το 1397 μαζί με τον Γιακούμπ πασά έδιάβησαν έως την Κορώνη και έως/ εις την Μοθώνη διαγουμίζοντας, βλ. Γ. Ζώρας (επιμ.), Χρονικόν περί των Τούρκων σουλτάνων (κατά τον Βαρβε-ρινόν Έλληνικόν Κώδικα 111), Αθήνα 1958, σ. 36 στχ. 26-27. Το 1452 ο Τουραχαν κατήει επί την Ίθώμην και Μεσηνίαν χώραν, και ληϊσάμενος/ επί ημέρας συχνάς τα τήδε υποζύγια Νεοπολίχνην (= Νεόκαστρο) παρεστήσατο. και Σιδηροπολίχνην (= Σιδερόκαστρο) πολιορκών, ως ουκ ήδύνατο έλείν, απήγαγε/ τον στρατόν, έξελαύνων διά της όδοϋ, βλ. Λ. Χαλκοκονδύλης, Αποδείξεις 'Ιστο­ριών = Ε. Darko (επιμ.), Laonici Chalcocandylae - Historiarum demostrationes, Βουδαπέστη, τ. 2 (1927), σ. 148 στχ. 9-12· πρβλ. Σφραντζής, Χρονικόν (όπ. σημ. 97), τ. 2, σσ. 156-159. Το 1458 ο Μεχ-μέτ (Μωάμεθ) Β' κατέκαυσε και ήφάνισεν, έξαιρέτως δε την "Ακωβαν τον Αετόν και τά Πενταχώ-ρια, βλ. Maisano, Sfranze (όπ. σημ. 97), σ. 148 στχ. 20-21· Μ. Κορδώσης, Ίστορικά-Τοπογραφικά Μορέως κατά την πρώτην εκστρατεία τοϋ Μεχμέτ Β', Πελ, τ. 15 (1984), σσ. 153 κ.εξ.
147. Στον 14ο αιώνα διαπιστώνεται η πρώτη μεγάλη οικιστική ερήμωση στην Ελλάδα. Στην Πελοπόννησο ειδικότερα, καταγράφονται 15 και 49 ερημώσεις, στο πρώτο και δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, ενώ αντίστοιχα στον 15ο αιώνα 16 και 22. Βλ. Έ. Άντωνιάδη-Μπιμπίκου, Ερημωμέ­να χωριά στην έλλάδα· ένας προσωρινός απολογισμός, στο Σ. Άσδραχάς (επιμ.), Ή οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας (15ος-19ος αιώνας), Αθήνα 1979, σσ. 209,213 και σ. 247 σημ. 127, βλ. και ανατύπωση στο βιβλίο της συγγραφέως: Προβλήματα Ιστορίας (όπ. σημ. 24), σσ. 79, 92 και σ. 84 σημ. 127.
148. ...τήν Μεσσηνίων ουδέ όλου μηνός εντός παρεστήσατο πάσαν,/ φρούρια και πόλεις έχου-σαν εγγύς που τριάκοντα, ούδενός εκείνων/ άποδράναι δυνηθέντος ουδέ τών έρυμνοτάτων καν ταίς άκρωρείαις/ άνφκοδομημένων. Βλ. 'Ανωνύμου πανηγυρικός εις Μανουήλ και Ίωάννην Η' Παλαιολόγους, ΠΠ, τ. 3 (1926), σ. 174 στχ. 30-33- πρβλ. G. Schiro (επιμ.), Cronaca dei Tocco di Cefalonia di Anonimo (CFHB αρ. 10), Ρώμη 1975, στχ. 3530-3544 (σ. 482), όπου πλην της Ανδρού-σας αναφέρει ονομαστικά την Καλαμάτα και ένα μικρόν καστέλλι.
148α. Ανδροϋσαν, Καλομμάταν, Πίδημα, Μάνην, Νησίν, Σπιτάλιν, Γρεμπένιν, Αετόν, Αωί, Νεόκαστρον, Αρχάγγελον και έτερα πολλά. Το Μεγάλο Χρονικό προσθέτει Αεΰκτρον Μαΐνης/Κε-ταρία, Πύλο/ Ίτίλο(\), κάστρον Ζαρνάτας, Γαστίτζα, Διάσειστον, Μελέ, Δράχιον, Πολιανοϋν, Μα­ντινεία, Τάννιτζα, Ιθώμη/Μεσσήνη, Σαυλάουρος, Ιωάννινα, Αιγούδιστα, ενώ άλλη έκδοση του σε υποσημείωση επιπροσθέτει Γαρδίκιαν, Καράντζα, Φυλατρία και Πύλος. Βλ. Maisano, Sfranze (όπ. σημ. 97), σ. 40 στχ. 6-8· Σφραντζής, Χρονικόν (όπ. σημ. 97), τ. 2, σσ. 20-22- Ά. Πετρίδης, Περί τών εν Μεσσηνία μεσαιωνικών πόλεων Άνδρούσης και Νησιού, Παρνασσός, τ. 10 (1886), σσ. 12-14. Σημειώνεται ότι το 1437 η Πελοπόννησος φέρεται να έχει συνολικά 30 πόλεις, 200 κάστρα και 400 χωριά, βλ. Σ. Λάμπρος, Υπόμνημα περί τών ελληνικών χωρών και εκκλησιών κατά τόν δέκατον πέμπτον αιώνα, ΝΕ, τ. 7 (1910), σ. 364- Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 64. Η ενε­τική αποικία στη Μεσσηνία, την ίδια δεκαετία (του 1430), είχε επτά δευτερεύοντα κάστρα, τα Ζό-γκλο/ Ναβαρίνο, Μύλους και Αγιο Ηλία εξαρτημένα από τη Μεθώνη και τα Γρίζι, Κάστρο Λεόνε, Κάστρο Φράγκο και Αβραμιού εξαρτημένα από την Κορώνη, βλ. Σάθας, Μνημεία (όπ. σημ. 144), τ. 3 (1882), σ. 449 (αρ. 1047)· Hodgetts και Lock, Some village fortifications (όπ. σημ. 124), σ. 77. Ο Κριτόβουλος αναφέρει ότι ο Μεχμέτ Β', το 1460, κυρίεψε συνολικά 250 πόλεις, φρούρια και πολί­χνες, βλ. Κριτόβουλος, Ξυγγραφή Ιστοριών = D. Reinsch (επιμ.), Critobuli Imbriotae - Historiae (CFHB αρ. 22), Βερολίνο 1983, σσ. 148 στχ. 31-32.
149. Schiro, Cronaca dei Tocco (όπ. σημ. 148), στχ. 3891-3897 (σ. 506)· πρβλ. D. Nicol, To Δε­σποτάτο της Ηπείρου (1267-1279). Μια συνεισφορά στην ελληνική Ιστορία κατά τον Μεσαίωνα, Αθήνα 1991, σ. 268. Τα τοπωνύμια στην εργασία της Α. Κοβάνη, Στοιχεία ιστορικής γεωγραφίας στα δημώδη κείμενα: α. Ιστορία του Βελισαρίου, β. Χρονικό των Τόκκων, Βυζαντινός Δόμος [= ΒΔ], ττ. 10-11 (1999-2000), σσ. 143-144, είναι αταύτιστα. Όμως, τά Χιλιοχώρια διατήρησαν το όνο­μα τους μέχρι σήμερα, ως τοπωνύμιο Χίλια χωριά (τα), ανάμεσα στα χωριά της Πυλίας, Φουρτζή (1927 Βελανιδιά), Σουληνάρι και Βελή (1927 Πέραν, 1929 Μεσοπόταμος), βλ. G-McD, αρ. 8502 (σ. 281)· McDonald και Simpson, Prehistoric Habitation (όπ. σημ. 51), σ. 245 (αρ. 68). Γούταινα, είναι η Βούταινα, σήμερα Πάνω Βούταινα (Χ 25)· το εκεί ερειπωμένο κάστρο επιβεβαιώνει την ταύτιση. Γιά τήν Γιάννιναν βλ. παρακάτω σσ. 39-40.
150. Σάθας, Μνημεία (όπ. σημ. 144), τ. 1 (1880), σσ. 150-151 (αρ. 90), 154-155 (αρ. 93)· Βοη,Τά σύνορα (όπ. σημ. 124), σ. 23· Hodgetts και Lock, Some village fortifications (όπ. σημ. 124), σ. 79.
151. Σάθας, Μνημεία (όπ. σημ. 144), τ. 1 (1880), σ. 176 (αρ. 112)· πρβλ. ελληνική μετάφραση και σχόλια του εγγράφου στον Μπίρη, Αρβανίτες (όπ. σημ. 145), σσ. 113-119, ο οποίος όμως, ταυτίζει τελείως λανθασμένα τα μεσσηνιακά κάστρα Sancte Elie, Molendinorum και Nichline, με τα ομώνυμα της Αργολίδας και το Νίκλι (αρχαία Τεγέα) Μαντινείας. Για τον Αγιο Ηλία, ο Bon, έχει προτείνει την κορυφή Άε-Αιάς στο Χαντρινού (ύψ. 620 μ.), εκεί όμως δεν υπάρχουν μεσαιωνικά ίχνη. Στον χάρτη του Battista Agnese, σημειώνεται (5. Ilia) βορειοανατολικά της Νίκλαινας/ Ίκλαινας, όπου και πιστεύω ότι θα πρέπει να τον αναζητήσουμε, όπως μας προδιαθέτει το τοπωνυμικό της περιο­χής, κοντά σε κάποιο από τα χωριά Πελεκανάδα (Αε-Αιάς), Βλαχόπουλο-Παπούλια (Παλιόκαστρο) Αγιο-Λιάς/Άγιος Ηλίας ύψ. 507 μ.) και Μαργέλη (Παλιόκαστρο, Άϊ-Αιλάς). 608 μ.), G-McD, αρ. 113, 133,276α, 2740,5921 (σσ. 94, 98, 151, 222). Βλ. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 432-433, ο χάρτης στο Album, πίν. 9" Hodgetts και Lock, Some village fortifications (όπ. σημ. 124), σσ. 82-83.
152. Γενικά για την περίοδο, βλ. Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν δοκίμων περί των προς άποτίναξιν τοϋ οθωμανικού ζυγοϋ επαναστάσεων τον ελληνικού έθνους (1453-1821), Αθήνα 1869 (ανατ. 1995).
153. Αρχιμ. Μ. Γαλανόπουλος, Ό Λακεδαιμόνιος βιβλιογράφος επίσκοπος Βρεσθένης Παρθέ-νιος, ΕΕΒΣ, τ. 12 (1936), σ. 252· Cg-r, ο. 268.
154. Maisano, Sfranze (όπ. σημ. 97), σσ. 158-164· Reinsch, Critobuli (όπ. σημ. 148α), σσ. 142-147· Darko, Chalcocandylae (όπ. σημ. 146), τ. 2 (1927), σσ. 227-230- Miller, Φραγκοκρατία (όπ. σημ. 119), σσ. 515-518. Για τη σφαγή στο Γαρδίκι, βλ. Δ. Πετρόπουλος, Λαϊκή παράδοση καί Ιστορία, Πελ Πρωτ, τ. 2 (1958), σσ. 77-80.
155. Darko, Chalcocandylae (όπ. σημ. 146), τ. 2 (1927), σ. 230 στχ. 17-22.
156. Ζώρας, Χρονικόν σουλτάνων (όπ. σημ. 146), σσ. 104 (στχ. 35)-105 (στχ. 2)· πρβλ. Ν. Τω-μαδάκης, Ό μετά τήν άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως (1453) αποικισμός αυτής κατά τάς ελλη­νικός πηγάς, Ανάτυπο από τα Πεπραγμένα τοϋ Θ' Διεθνοϋς Βυζαντινολογικοϋ Συνεδρίου Θεσσα­λονίκης, τ. 2, Αθήνα 1956, σ. 622.
157. [Μ]. Δούκας, Βυζαντινοτουρκική Ιστορία, μτφρ. Β. Καραλής, Αθήνα 1997, σ. 636.
158. Που είναι γενικά παραδεκτό από τους Έλληνες ερευνητές, βλ. Κόμης, Οικισμοί Μάνης (όπ. σημ. 118), σσ. 60-61.
159. Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 105 σημ. 1, υποθέτει ότι τα αγόρια δεν ήταν τα παιδιά των οικογενειών.
160. ...ένίους δε αυτών καί άποικίσας ηγαγεν ες την/Κωνσταντίνου. Βλ. Reinsch, Critobuli (όπ. σημ. 148α), σ. 148 στχ. 4-5.
161. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σσ. 106-108· Ο. Barkan, Οι μορφές οργά­νωσης της αγροτικής εργασίας στην 'Οθωμανική Αυτοκρατορία τό ΙΕ' καί το ΙΣΤ' αιώνα, στο Ασδραχάς, Οικονομική δομή (όπ. σημ. 147), σσ. 48-64.
161α. Το «σαλβάρι», τουρκικά salvar< αρχαία ελληνικά σαράβαρον, είναι είδος πλατειάς βράκας.
162. G-McD, αρ. 6998α, 6999 (σ. 247), 8030 (σ. 270).
163. Σφραντζής, Χρονικόν (όπ. σημ. 97), τ. 2, σ. 22.
164. Αναφέρεται μετά από τον Αετό (Aieto), το Νεόκαστρο (Neo castro) και κάποιον άγνωστο πύργο (Tore del boscho) άλλα πριν από την Βούταινα (Vurinax) και την Γιάννινα (Granina), βλ. Ε. Fenster, Nochmals zu den venezianischen Listen der Kastelle auf der Peloponnes, Byzantinische Zeitschrift [= BZ], τ. 72 (1979), σσ. 331 και 329 αρ. 78.
165. Αναγράφεται ανάμεσα στον Αετό (Arto) και την Γκρεμπενή (Gribani/ Grebani), Cg-r, σ. 202- Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 693.
166. Αναγράφεται ανάμεσα στα επίσης ερειπωμένα Αετό (R Aito) και Γιάννινα (R Janina/ lanina R), W. McLeod, Castles of the Morea in 1467, BZ, τ. 65(1972), σσ. 358 και 355 στχ. 15" Α. Carile, Una lista toponomastica di Morea del 1469, SV, τ. 12 (1970), σ. 391 αρ. 71 και σ. 399· Fenster, Listen der Kastelle (όπ. σημ. 164), σσ. 328 και 323 αρ. 65· Cg-r, σ. 205· Bon, Moree (όπ. σημ. 44) σ 694.
167. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 694.
168. Στο ίδιο, σ. 439, ο χάρτης στο Album, πίν. 9.
169. Πρβλ. τη φωνητική συγγένεια με τα ονόματα του κύρ Ααριγκά τον Σλαβούρι και της Σλα-βονροπούλαςαπό επιγραφές του Οιτύλου (α' μισό 14ου αιώνα), για τους οποίους υποστηρίζεται ότι είχαν σλαβική καταγωγή, Άβραμέα, Τζάσις Μελληγών (όπ. σημ. 141), σ. 299· βλ. ακόμη και το οικογενειακό όνομα Σαλούφαςαπό τη Γιαννιτσά, Δ. Βαγιακάκος, Συμβολή εις την μελέτην τοϋ το­πωνυμικού της Καλαμάτας και της πέριξ αυτής περιοχής, Πρακτικά τοϋ Γ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 18), 1991, σσ. 502-503.
170.1. Σφηκόπουλος, Τά μεσαιωνικά κάστρα τοϋ Μορηά, Αθήνα 21987, σ. 338. 171. Βλ. σ. 35 σημ. 149.
172. Ανάμεσα στον Σαφλάουρο και την Γιάννινα (Granina). Ο Fenster για το παραμορφωμένο όνομα Vurinax προτείνει το Βουρκάνο, βλ. Fenster, Listen der Kastelle (όπ. σημ. 164), σσ. 332 και 329 αρ. 79.
173. Μετά τον Σαφλάουρο, Γκεμπ:ενή και Γιάννινα (Jonava/ Janina) αλλά πρίν το Πίδημα (Pidina) και το Αεοντάρι (Lendari), βλ. Cg-r, σ. 202· Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 693.
174. Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σ. 66, όπου πίνακας σαράντα (40) αταύτιστων το­πωνυμιών, 19η: Janina- Σφηκόπουλος, Κάστρα (όπ. σημ. 170), σ. 59 αρ. 45.
175. Έκίνησαν να στρέφωνται, 'ς την Αρκαδίαν ϋπάσιν... Σ τά Φιλετρά, το λέγουσιν, εκεί τους έκαρτέρει. Τους είχε στήσει καρτέρι δηλαδή στα Φιλιατρά, ο βυζαντινός διοικητής (κεφαλή) της Ανδρούσας Λάσκαρης, για να ανακόψει την επιστροφή τους. Schiro, Cronaca dei Tocco (όπ. σημ. 148), στχ. 3891-3909 (σσ. 506-508).
176. Βλ. σημ. 148α. Η Λιγούδιστα αναφέρεται στις πηγές από το 1212, Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 426,430.
177. Fenster, Listen der Kastelle (όπ. σημ. 164), σ. 329 αρ. 80.
178. Το 1460 το κάστρο Λωί χαρίστηκε από τον σουλτάνο στον Κροκόντυλο (= Κλαδά), βλ. Maisano, Sfranze (όπ. σημ. 97), σσ. 162 στχ. 22-28· Για τον Κροκόνδειλο Κλαδά, Α. Σαββίδης, Σελί­δες από την βαλκανική αντίδραση στην οθωμανική επέκταση κατά τους 14ο και 15ο αιώνες, Αθήνα 1991, σσ. 89-97. Στην περιοχή του χωριού Αοΐ (1927 Διόδια) υπάρχει θέση Παλιόκαστρο και θέση ΚάτουΠαλιόπυργος, G-McD, αρ. 5921, 2800α (σ. 222, 153).
179. Βλ. G-McD, αρ. 2740, 5856 (σσ. 151, 220)· McDonald και Simpson, Prehistoric Habitation (όπ. σημ. 51), σ. 235 (αρ. 35).
180. Cg-r, σ. 202- Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 693.
181. Greban/ Grebeni, R Aito, R S. Lauro/San Lavro R, R Janina/ Ianina R, βλ. McLeod, Castles (όπ. σημ. 166), σ. 355 στχ. 16· Carile, Lista toponomastica (όπ. σημ. 166), σ. 391 αρ. 72 και 399· Fenster, Listen der Kastelle (όπ. σημ. 164), σσ. 328, 323 αρ. 66.
182. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 694.
183. Το τοπωνύμιο, θηλυκό ενικού (η Γιάννινα), όπως και αυτό της πόλης της Ηπείρου μετά από μετάπτωση σε ουδέτερο πληθυντικού, προέρχεται για ορισμένους από το ανδρωνυμικό Γιάν­ναινα (από το βαφτιστικό Γιάννης)> στης Γιάνναινας> στ'ς Γιάννινας, στη Γιάνναινα> στ' Γιάννι­να, στα Γιάννενα> τα Γιάννινα/ Γιάννενα. Μητρωνυμικά είναι και τα Βούταινα (πρβλ. επώνυμο Βούτης το 1262: τοϋ χωραφιού τοϋ Βοϋττη, MM, τ. 5, 1887, σ. 62), Μάκραινα (Χ 27, επώνυμο Μα­κρύς/ Μακρής), Νίκλαινα (Νίκλος), Αντρίτσαινα (Ανδρίτσος), Καρίταινα (Χαρίτως), κ.λπ., τα οποία ορθογραφούνται με κατάληξη -αινα, ενώ τα ξενικής-σλαβικής καταγωγής γράφονται με κα­τάληξη -ενα: Μάκρενα (Χ 27, mokru = 'υγρός', mokrena = 'υγρότοπος'), Ασούτενα (Χ 10, asutb -'χωρίς κέρατα', «σούτα γίδα» στη Μεσσηνία λέγεται η ακέρατη αίγα), Πόλενα (polene = 'αγροτο-κατοίκιση'), Ζαγάρενα (Χ 38, zagorbna = 'τόπος πίσω από το βουνό', πρβλ. όμως και γυναικείο όνομα Ζαχαρήτζα Τζαγγάρενα = Τζαγγάραινα, BNJ, τ. 21, σ. 126), Μόρενα, Κόσμενα, Ρίπενα, Άλβενα, Κρέστενα, Λινίστενα, κ.ά. Πολλά τοπωνύμια γένους θηλυκού με κατάληξη -ίνα (Στριβίνα, Αρτοτίνα, Σαρακίνα, Ρεντίνα, τα πελοποννησιακά: Δραΐνα, Λεντίνα, Ζελίνα, Μαλιτσίνα, Μπου-κοβίνα, Σμαρλίνα κ.ά.), είναι επίσης σλαβικά, πράγμα το όποιο υποστηρίζεται και για τα Γιάννινα της Ηπείρου, που ετυμολογούνται από τον κτήτορα του τόπου Γιάν' (Γιάννη) και την κτητική σλα­βική κατάληξη -ίνα = Γιανίνα (η) και με αναβιβασμό του τόνου Πάνινα (η)> Γιάννινα (τα) και πα­ράλληλα από λόγια ελληνοποίηση η Ιωαννίνα> τα Ιωάννινα. Ομοίως θα σχηματίστηκε και η δική μας Γιάννινα, της οποίας επίσης συναντάμε λόγια γραφή (Ιωάννινα). Ας σημειωθεί ότι στο γλωσ­σικό ιδίωμα της Μεσσηνίας δεν υπάρχει ανδρωνυμικό Γιάνναινα αλλά Γιάννου: Γιαννούς η ρίζα π.χ. στην Κουλουκάδα (Χ 30), G-McD, αρ. 1458 (σ. 123). Βλ. Μ. Τριανταφυλλίδης, Τα οικογενεια­κά μας ονόματα, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 116· Γεωργακάς, Συμβολή (όπ. σημ. 29α), σσ. 15-32· Σ. Μπέττης, Γιάννινα, "Ιδρυση της πόλης, παραγωγή, σημασία και εξέλιξη τοϋ ονόματος της, ΗΧ, τ. 32 (1997), σσ. 127-179, ιδίως σ. 155· Α. Sideras, Griechisches -αινα/-ινα und slavisches -ina in den Nordwestgriechisden Dialekten, ΗΧ, τ. 32 (1997), σσ. 171-177- Vasmer, Die Slaven (όπ. σημ. 77), σσ. 145-146 (αρ. 3), 162-163 (αρ. 17, 27, 31). Βεβαίως η Γιάννινα δεν πρέπει να συγχέεται με τη Γιαννι­τσά (1957 Ελαιοχώριον), γνωστό κέντρο των Μηλλιγγών, κάτοικοι της οποίας κατέλαβαν προσω­ρινά το κάστρο της Καλαμάτας (1293), η οποία ετυμολογείται από το ελληνικό Γιαννιτσά (κόρη του Γιάννη)> Γιαννιτσά ή απο το σλαβικό σχηματισμό Γιάννης+ica. Βαγιακάκος, Τοπωνυμικό Κα­λαμάτας (όπ. σημ. 169), σσ. 476-481- Κόμης, Οικισμοί Μάνης (όπ. σημ. 118), σσ. 288-289.
184. Mayayiado/Maconico, Cg-r, σ. 202. Αβέβαιο είναι στους καταλόγους του 1450 (Manzanicha), 1467 (R Manconico), 1469 (Maneaniacho R), και 1471 (Moncinuiaco), όχι λόγω της αλλοίωσης που έχουν υποστεί, ως συνήθως, οι αναγραφές των ονομάτων, αλλά λόγω της θέσης που κατέχει στις λί­στες, μαζί δηλαδή με λακωνικά κάστρα, Fenster, Listen der Kastelle (όπ. σημ. 164), σσ. 114 αρ. 329 και 323 αρ. 104· McLeod, Castles (όπ. σημ. 166), σ. 356 στχ. 33- Carile, Lista toponomastica (όπ. σημ. 166), σ. 392 αρ. 110 και σ. 402- Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 694. Βλ. Β. Σταυρόπουλος, Μαγγανιακοϋ (Ιθώμης) κάστρο, στο Μ. Φερέτος (επιμ.), Μεσσηνιακά 1969-1970, Αθήνα 1972, σσ. 383-385- Μ. Valmin, Utudes topographiques surla Messenie ancienne, Lund 1930, σ. 69.
185. To όνομα του χωριού δεν είναι φυτώνυμο, όπως το κατατάσσει ο Φ. Κομπορόζος, Τά το­πωνύμια της Μεσσηνίας, ΠελΠρωτ, τ.7 (1963), σ.347, αλλά κυριώνυμο απο το επώνυμο Κλονής/ Κλωνής, εξ άλλου εκφέρεται σε πτώση γενική «του Κλονή», πρβλ. και γαλλικό Cluny. Για τον κα­θολικό αρχιεπίσκοπο Πατρών Άντελμο του Κλουνύ, ο οποίος παρεχώρησε (1210) το μετόχι της Θεοτόκο" του Γηροκομείου κοντά στην Πάτρα στο παρισινό μοναστήρι του Cluny, βλ. Δ. Ζακυθηνός, Ό αρχιεπίσκοπος "Αντελμος καί τά πρώτα έτη της Λατινικής εκκλησίας Πατρών, ΕΕΒΣ, τ.10 (1933), σσ.402.
186. Καστράκι στην Τριπύλα, G-McD, αρ. 2738 (σ. 151). Κάστρο στο Ξεροκάσι (Σαφλάουρος;) και τη Μίλα (βλ. σημ. 139), αυτόθι, αρ. 2740 (σ. 151). Ξυλόκαστρο στην Πάνω Βούτενα (1,1 χλμ. Α, ύψ. 627 μ.), αυτόθι, αρ. 5781 (σ. 218). Το εκφραστικό Παλιόκαστρο (το πρώτο συνθετικό με τη ση­μασία του χρονικώς παλαιού και όχι του ποιοτικώς κακού) στον Αϊτό (βλ. σημ. 44), την Πάνω Λε-ντεκάδα (Χ 8), την Μάλη (Χ 6, 1,7 χλμ. ΒΒΔ, ύψ. 1.118 μ.) και το Ραφτόπουλο, αυτόθι, αρ. 5921 (σ. 222). Από έγγραφα του τέλους του Που αιώνα, στα οποία καταγράφεται λεπτομερώς κατά χωριό η περιούσια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εξάγουμε τα εξής (1699): Ταυτόπλου (Χ 9)... Εις το Πα-λαιόκαστρον, τοϋ 'Αγίου Γεωργίου ομοίως (εννοεί εκκλησία χαλασμένη). Λεντεκάδα (Χ 8)... Εις το Παλαιόκαστρον, της Παναγίας, ομοίως. Αετός χωρίον... εις το Παλαιόκαστρον, άνόνημος και χα­λασμένη, ύποκάτω εις τό Κάστρον, άνόνυμος και χαλασμένη, βλ. BNJ, τ. 21 (1976), σ. 166 και τ. 22 (1985), σ. 287. Επισημαίνω τη μεγάλη σημασία των τελευταίων εγγράφων στον εντοπισμό και εξα­κρίβωση μεσαιωνικών θέσεων, παραδείγματος χάριν: Εις τους Λάκους. Χρυσούλη... Εις τό Αρα-κλωβό τοϋ Αγίου Γεωργίου, ομοίως. Μουρτάτου... Εις την Κοπρινίτζα, της Παναγίας, ομοίως. Αεοντάριον... χοραφη εις την Βεληγοστη. Εις το χωρών Κωνσταντίνου... είναι και εις τό Παλεώκαστρο ναός των "Αρχαγγέλων (= Αρχάγγελος). Εις τό χωρίον Κρεμπενί κ.λπ. BNJ, τ. 21, σσ. 126, 131, 157, 161 και τ. 22, σσ. 291, 304, 344. Για «Παλιόκαστρο» άκουσα και στη θέση Φακή, ανάμεσα στα χωριά Μάλη, Ποταμιά και Ασούτενα, 800 μ. ΝΝΔ από το χαρακτηριστικό ύψωμα (1.066 μ.) της Γριάς ο σωρός, G-McD, αρ. 8180 (σ. 273), 1750 (σ. 129). Το τελευταίο τοπωνύμιο απαντά και στο χρυσόβουλο του 1293: ... κατέρχεται εις τον σωρόν της ονομαζόμενης Γραός, μετα­ξύ Δυρραχίου και Βασιλικής οδού, βλ. Μ-Μ, τ.5 (1887), σ.160- γενικότερα βλ. Κ. Ρωμαίος, Ή Γριά μυθική μορφή αρχαία, Προσφορά εις Στίλπωνα Π. Κυριακίδην (= Ελληνικά Παρ. 4), Θεσσα­λονίκη 1953, σσ. 561-580.
187. Γενικά για το θέμα, βλ. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σσ. 68-85· Α. Ducellier, 01 'Αλβανοί στην Ελλάδα (13ος-15ος αι.). Ή μετανάστευση μίας κοινότητας, μτφρ. Κ. Νικολάου, Αθήνα 1994 (ανατ. 1995)· Μπίρης, Αρβανίτες (όπ. σημ. 145)· Σκουλίδας, Μετοικεσίες αλβανοφώνων (όπ. σημ. 145), σσ. 277-290· Ποϋλος, Έποίκησις 'Αλβανών (όπ. σημ. 145), σσ. 31-105-ο ίδιος, Οι «Αρβανίτες» της Πελοποννήσου, ΠελΠρωτ, τ. 2 (1958), σσ. 185-188· Νυσταζοπούλου, Βαλκανικοί Λαοί (όπ. σημ. 70), σσ. 221-236· Έ. Βρανούση, Οί όροι «Αλβανοί» και «Λρβανϊται» καί ή πρώτη μνεία τοϋ ομώνυμου λαοΰ της Βαλκανικής εις τάς πηγάς τοϋ ΙΑ' αιώνος, Συμμ, τ. 2 (1970), σσ. 207-254· ΙΒΕ/ΕΙΕ, Οι Αλβανοί στο Μεσαίωνα, Αθήνα 1998· ΙΝΕ, τ. 1 (21974), σσ. 25-34.
188. Πρβλ. την αναλογία πριν έξι αιώνες με τον σλαβικό εποικισμό και τον λοιμικό θάνατο του 746, που αναφέρει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, βλ. παραπάνω σ. 21 σημ. 72.
189. Αλλά καί Ιλλυριοί περί/ μυριάδα αθρόοι μετοικήσαντες άμα παισί τε καί γυναιξί καί ταΐς/ ούαίαις καί θρέμμασι τον Ίσθμόν κατέλαβον... βλ. J. Chrysostomides (επιμ.), Manuel II Palaeologus - Funeral Oration on his brother Theodore (CFHB αρ. 26), Θεσσαλονίκη 1985, σ. 119 στχ. 22-24- Τοΰ ευσεβέστατου καί φιλοχρίστου βασιλέως κυροϋ Μανουήλ τοϋ Παλαιολόγου. Λόγος επιτάφιος εις τόν αύτάδελφον αύτοΰ δεσπότην πορφυρογέννητον κϋρ Θεόδωρον τόν Παλαιολόγον ρηθείς έπιδημήσαντος εις Πελοπόννησον του βασιλέως, 7777, τ. 3 (1926), σ. 41 στχ. 1-3.
190. Έτος οριστικής κατάλυσης της αρχής των Αλβανών στην Αιτωλία και Ακαρνανία από τον Κάρολο Τόκκο. Ποϋλος, Έποίκησις Αλβανών (όπ. σημ. 145), σ.71.
191. Randolph, Present state (όπ. σημ. 25), σ. 16. Ο Leake, στα βουνά της δυτικής Αρκαδίας συνάντησε νομάδες κτηνοτρόφους, όχι Αλβανούς αλλά βλάχους όπως τους έλεγαν οι Μοραΐτες, εγκατεστημένους σε τέντες, βλ. Σιμόπουλος, Ταξιδιώτες (όπ. σημ. 112), τ. 3Α (51997), σ. 370.
192. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σσ. 96-99.
193. Στο ίδιο, σσ. 85-100.
194. Βλ. Πανηγυρικός εις Παλαιολόγους (όπ. σημ. 148), σ. 194 στχ. 25-29.
195. Provanda Aye Yorgi (15 εστίες Ε), Dhighanato (10 Ε), Vurchanos (Βουρκάνο, 7 Ε), Ghrebini (Γκρεμπενή, 115 Ε και 7 A), Arkhangeli (Αρχάγγελος, 10 Ε και 18 A), Loy (Λοΐ, 66 Ε), Platana (Πλάτανος, 17 Ε), Mill Kalivya (17 Ε), Palari (2 A), Platokumani (4 Ε), Mnal(i)dj (Μάλη; mezraa), Aylya (Αϊ-λιάς; 5 Ε), Kalazoni (Χαλαζώνι, 9 Ε), Kozomuli (mezraa), Dzeki Mengeche (12 A), Kribsi (27 Α), τα δύο τελευταία από τον πρώτο τόμο, Α = Αλβανοί και Ε = Έλληνες, βλ. Ί. 'Αλε­ξανδρόπουλος (Alexander), Δύο οθωμανικά κατάστιχα τοϋ Μοριά (1460-1463), Πρακτικά τοϋ Α ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= 77ελ. Παρ. 5), 1978, σσ. 398-407· Παναγιωτόπου-λος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 221 αρ. 105, 106. Η αναγραφή των Λοΐ και Πλάτανου δείχνει ακριβώς και την προς νότο επέκταση του ναχιέ/ καζά της Αρκαδίας, μέχρι δηλαδή τα σύνορα με τα βενετοκρατούμενα εδάφη της νοτίου Μεσσηνίας (Μεθώνη, Κορώνη και Ναβαρίνο).
196. Σ. Λάμπρος, Ή περί Πελοποννήσου έκθεσις τοΰ Βενετού προνοητοϋ Γραδενίγου, ΔΙΕΕ, τ. 5 (1900), σ. 237· Ά. Τσελίκας, Μεταφράσεις Βενετικών Εκθέσεων περί Πελοποννήσου. Γ' Μετά­φραση εκτάκτου προνοητοϋ Θ. Γραδενίγου 1692, 77εΑ, τ. 21 (1995), σ. 40.
197. Σ. Λάμπρος, Ή περί Πελοποννήσου εκθεσις τοΰ Βένετου Προνοητοϋ Κορνέρ, ΔΙΕΕ, τ. 2 (1885), σ. 299- Τσελίκας, Μεταφράσεις Βενετικών Εκθέσεων περί Πελοποννήσου, 77ελ, τ. 15 (1984), σ.138.
198. Λάμπρος, Μελετήματα (όπ. σημ. 24), σ. 205· Τσελίκας, Μεταφράσεις Β' (όπ. σημ. 24), σ. 149.
199. Συνάντησε μια οικογένεια Αλβανών μεταξύ Ναβαρίνου και Φιλιατρών, η οικογένεια συνέ­χισε το δρόμο της προς τον Πύργο (Τριφυλίας και όχι Ηλείας), βλ. Χ. Βελισσαριου, Ή Μεσσηνία στίς «Επιστολές» τοϋ Γάλλου περιηγητοϋ Α. L. Castellan (1797), Πρακτικά τοϋ Γ' Τοπικοϋ Συνε­δρίου Μεσσηνιακών Σπονδών (= Πελ. Παρ. 18), 1991, σσ.335-336.
200. Οι G-McD, σσ.78-80, καταγράφουν 27 αρβανιτοχώρια στην Τριφυλία, ανάμεσα τους η Μάλη (Χ 6) και του Βαριμπόπη (Χ21, και λαϊκή ονομασία Μπαρμπόπλου). Βλ. και παραπάνω σ. 13 σημ. 24 και 25.
201. G-McD, αρ.4361 (σ.187), 9174 (σ.331), 9208α (σ.335), 9450 (σσ.357-358)· Τριανταφυλλί­δης, Οικογενεικά ονόματα (όπ. σημ. 183), σσ.33-34· Μπίρης, Αρβανίτες (όπ. σημ. 145), σσ. 192, 197· Κ. Παπαφίλης, Αλβανοελληνικό λεξικό, Αθήνα χ.χ., σσ. 461, 471. Ιστορία της οικογένειας Musachi στο Cg-r, σσ. 270-340.
202. Στις πηγές, πλην όσον αναφέρονται σε προηγούμενες υποσημειώσεις (Cg-r, L-T, Μ-Μ, κ.λπ.), να προστεθούν: J. Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα 1995· A. Nanetti, Documenta veneta Coroni & Methoni rogata Euristica e critica documentana pergli oculi capitales Communis Veneciarum (secoli ΧΓν e XV), τ. 1A, Αθήνα 1999. Και στις εργασίες: Π. Βελισσαριου, Τοπογραφικά Βελιγόστιδος, ΕΕΒΣ, τ. 45 (1981-82), σσ. 239-252· ο ίδιος, Αρχαιολογικά Κάστρου Λινίστενας (Crievecuer), Πρακτικά τοϋ Ε' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 22), τ. 2 (1996-97), σσ. 385-410· Σ. Δραγούμης, Χρονικών Μορέως: Τοπωνυμικά, τοπογραφικά, ιστορικά, Αθήνα 1921 (ανατ. 1994)· Ά. Λαμπροπούλου, Παύλιτσα 'Ηλείας. 'Ιστορικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, Σύμμ, τ. 8 (1989), σσ. 335-359· η ίδια, Οί πανηγύρεις στην Πελοπόννησο κατά τη μεσαιωνική εποχή, στο ΚΒΕ/ΕΙΕ, Ή καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο. Τομές καί συνέχειες στην ελληνιστική και ρωμαϊκή παράδοση, Αθήνα 1989, σσ. 291-310- Θ. Μαυροειδής, Δυρράχιον πόλις αρχαία οΰτω καλούμενη, Πρακτικά τοϋ Α' Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών = Παρ. στα Πελ, τ. 12 (1977), σσ. 201-204· Τ. Vaghenas, Three castles of the Morea identified, Neo-Hellenika, τ. 1 (1970), σσ. 23-29.
203.ΧρΜορ, στχ. 8094 (σ. 328).
204.ΠΠ, τ. 1 (1912-1923), σσ. 49-55- Ί. Δημακόπουλος, «Πύργοι»: Οί οχυρές κατοικίες της προε­παναστατικής Πελοποννήσου, Πρακτικά τοϋ Γ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 13), τ. 1 (1987-1988), σσ. 342-346.
205.L-T, σ. 71 στχ. 2-6 και σ. 66 στχ. 15-16· Μ. Κορδώσης, Κάστρα, πύργοι και φρουρές στον Μορέα, άπό τά έγγραφα τών Acciaiuoli, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 24), τ. 2 (2001-2002), σ. 582.
206.Ευελπιστούμε ότι η πρόοδος του προγράμματος για την «Ιστορική γεωγραφία της βυζα­ντινής Πελοποννήσου (395-1204)» που βρίσκεται σε εξέλιξη από το ΙΒΕ/ΕΙΕ θα επιλύσει και θα φωτίσει πολλά από τα σκοτεινά προβλήματα της μεσαιωνικής τοπογραφίας, βλ. Ν. Οικονομίδης, Παρουσίαση του Προγράμματος Ιστορικής Γεωγραφίας του ΙΒΕ, στο Θέμελης και Κόντη, Πρωτο-βυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία (όπ. σημ. 67), σσ. 17-19.
207. Cg-r, σσ. 229-230· Bon, Moree (όπ. σημ.44), σ.692- Topping, Post-classical (όπ. σημ.103), σ.68.
208. L-T, σο. 73-76, 84-87, 95-115· Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σσ. 68-69. Πρβλ. και παραπάνω σ. 33 σημ. 142.
209. L-T, ο. 127 στχ. 2-3· Κορδώσης, Φρουρές (όπ. σημ. 205), σ.584.
210. Βλ. παραπάνω σ. 43 σημ. 195.
211. Ά. Ορλάνδος, Τά παλάτια και τά σπίτια τοϋ Μυστρά, ΑΒΜΕ, τ.3 (1937), σσ.3-114· ο ίδιος, Συμπληρωματικοί τίνες παρατηρήσεις περί των εν Μυστρά Παλαιολογείων οικιών, ΑΣ, τ. 2 (1975), σσ. 77-84· βλ. και ανατύπωση των δύο πιο πάνω άρθρων σε ανεξάρτητο τόμο με τίτλο, Τά παλάτια και τά σπίτια τον Μυστρά, Αθήνα 2000 (ΒΑΕ αρ. 203)· Χ. Μπούρας, Η πόλη του Μυστρά, στο Curcic και Χατζητρύφωνος, Κοσμική αρχιτεκτονική (όπ. σημ. 111), σσ. 76-79.
212. Α. Σιμάτου και Ρ. Χριστοδουλοπούλου, Παρατηρήσεις στον μεσαιωνικό οικισμό τοϋ Γερακίου, ΑΧΑΕ, περίοδος Δ', τ. 15 (1991), σσ. 67-88.
213. Ν. Μουτσόπουλος, Βυζαντινά σπίτια στο Μουχλί της Αρκαδίας, Βυζαντινά, τ.13Α (1985), σσ. 321-353· Ε. Νταρκό, Ή ιστορική σημασία και τά σπουδαιότερα ερείπια τοϋ Μουχλίου, ΕΕΒΣ, τ. 10 (1933), σσ. 454-482· Ι. Κάππος, Το Νίκλι-Μούχλι: δύο σημαντικά μεσαιωνικά κέντρα της Πελοποννήσου, ΒΔ, ττ. 10-11 (1999-2000), σσ. 231-240.
214. p. Velissariou, Οικιστικά τοϋ Βυζαντινού Λεονταρίου 'Αρκαδίας, Jahrbuch der Osterrei-chischen Byzantinistik [= JOB], τ. 32/4 (1982), σσ. 625-637.
215. Λ. Σουχλερής, Υστεροβυζαντινή κώμη Λογκανίκου Λακωνίας. Νεώτερα αρχαιολογικά ευρήματα, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ(= Πελ. Παρ. 24), τ. 1 (2001-2002), σσ. 355-385· Ο. Chassoura, Les peintures murales Byzantines des eglises de Longanikos (Laconie), Αθήνα 2002- Ά. 'Ορλάνδος, Βυζαντινά μνημεία των κλιτύων τοϋ Ταϋγέτου, ΕΕΒΣ, τ. 14 (1938), σσ. 461-485.
216. F. Cooper (επιμ.), Σπίτια του Μορέα. Παραδοσιακή αρχιτεκτονική της βορειοδυτικής Πε­λοποννήσου (1205-1955), Αθήνα 2002, σσ. 43-127.
217. Βλ. ακόμη Κοντογιάννης, Κάστρα στη Μεσσηνία (όπ. σημ. 113), σ. 526-531· C. Bouras, Houses in Byzantium, ΑΧΑΕ, περίοδος Δ', τ. 11 (1983), σσ. 16 κ.εξ.· ο ίδιος, City and village: urban design and architecture, JOB, τ. 31 (1981), σσ. 611-653· ο ίδιος, Κατοικίες και οικισμοί (όπ. σημ. 110), σσ. 38 κ.εξ.
218. Για το όνομα βλ. Η. Αναγνωστάκης, Βυζαντινά οινοβούτια, βουτζία και οι Βουτζαράδες του Αράκλοβου στην φραγκοκρατούμενη Ηλεία, στο Οίνον ιστορώ. Αμπελοοινική ιστορία και αρ­χαιολογία της ΒΑ Πελοποννήσου, Αθήνα 2001, σσ. 101-103.
219. Β. Σταυρόπουλος, 'Αράκλοβο, τό θρυλικό κάστρο τοϋ Βουτσαρά στό Χρυσούλι 'Ολυ­μπίας, Τριφυλιακή Εστία, τεύχ. 47 (1982), σσ. 385-399 και τεύχ. 48 (1982), σσ. 527-543· Μ. Κορδώ­σης, Ταύτιση τοϋ βυζαντινού κάστρου Άράκλοβον (Άλβενα Ηλείας), Δωδώνη, τ. 18Α (1989), σσ. 63-91· Γ. Δημητρακόπουλος, Τό Φραγκοβυζαντινό κάστρο 'Αράκλοβο, ΠελΠρωτ, τ. 8 (1964), σσ. 314-317.
220. Μ. Κορδώσης, Χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοϋ κάστρου 'Αράκλοβο ως ενιαίου οικιστι­κού συνόλου, Πρακτικά τοϋ Α ' ΔΣΠΣ(=Πελ. Παρ. 19), τ. 2 (1992-1993), σσ. 7-10.
221. To Scarmega (1927 Μεταμόρφωση) το 1700 είχε 54 κατοίκους, Παναγιωτόπουλος, Πληθυ­σμός (όπ. σημ. 142), σ. 262 αρ. 19.
222. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 426,430.
223. Εις τό χωρίον Σκάρμηγγα είναι ναός τοϋΣωτήρος, Ντόκος, Εκκλησιαστική περιουσία (όπ. σημ. 77α), BNJ, τ. 21, σ. 137 και τ. 22, σ. 348· Δημητροκάλλης, "Αγνωστοι Ναοί (όπ. σημ. 117), τ. 2 (1998), σσ. 179-199· Ά. Λαμπροπούλου και Α. Πανοπούλου, Η Φραγκοκρατία και το δεσποτάτο του Μορέως, στο ΕΙΕ, Οι μεταμορφώσεις της Πελοποννήσου (4ος-15ος αιώνας), Αθήνα 2000, σ. 75.
224. S. Gerstel, Medieval Messenia, στο J. Davis (επιμ.), Sandy Pylos. An archeological history from Nestor to Navarino, Όστιν Τέξας 1998, σ. 223 και σ. 224 εικ. 106· J. Davis, S. Alcock, J. Bennet, Υ. Lolos και C. Shelmerdine, The Pylos Regional Archaeological Project, Part 1: Overview and archaeological survey, Hesperia, τ. 66/3 (1997), σσ. 477-480.
225. G-McD, αρ. 6322 (σ. 231).
226. Ε. Λιάτα και Κ. Τσικνάκης, Με την Αρμάδα στο Μοριά (1684-1687). Ανέκδοτο ημερολό­γιο με σχέδια, Αθήνα 1998.
227. Θ. Κριμπας, Ή ένετοκρατουμένη Πελοπόννησος (1685-1715), Πελ, τ. 1 (1956), σσ. 315-346 και τ. 2 (1957), σσ. 247-255· Δ. Χατζόπουλος, Ο τελευταίος βενετο-οθωμανικός πόλεμος (1714-1718), Αθήνα 2002.
228. Σακελλαρίου, Πελοπόννησος (όπ. σημ.30).
229. ΙΝΕ, τ.2 (21976), σσ. 95-109· ΙΕΕ, τ. 10 (1974), σσ. 72-73.
230. Β. Παναγιωτόπουλος, Ή «αποχώρηση» πληθυσμών από την πεδιάδα στό βουνό στά χρό­νια της Τουρκοκρατίας: ένας έξηγηματικός μύθος σύνθετων δημογραφικών φαινομένων, στο ΕΚΚΕ-ΚΝΕ/ΕΙΕ, αγροτικός κόσμος (όπ. σημ. 48α), σσ. 203-205· Δ. Καρύδης, Χωρο-γραφία νεωτε-ρική ή λόγος για τη συγκρότηση και εξέλιξη των ελληνικών πόλεων από τον 15ο στον 19ο αιώνα, Αθήνα 2000, σσ. 63 και 194-195 σημ. 3.
231. Κορδώσης, Μετατόπιση (όπ. σημ. 140), σ. 96.
232. Β. Μουταφτσίεβα, Αγροτικές σχέσεις στην 'Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος-16ος αιώ­νας), μτφρ. Ο. Αστρινάκη και Ε. Μπαλτά, Αθήνα 1990.
233. Στα 1520/1530 η Πελοπόννησος είχε 1.065 εστίες μουσουλμάνων, 49.412 χριστιανών και 464 εβραίων. Ο. Barkan, Les deportations comme methode de peuplement et de colonisation dans l'Emprie Ottoman, Revue de la faculte des sciences economiques de l'Universite d'Istanbul, x. 11 (1953), σ. 63· Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός {ότι. σημ. 142), σ. 118· ΙΝΕ, τ. 2 (21976), σ. 116.
234. Δ. Λούπης, Ο Πιρί Ρεΐς (1465-1553) χαρτογραφεί το Αιγαίο. Π οθωμανική χαρτογραφία και η λίμνη του Αιγαίου, Αθήνα 1999, σσ. 308-316.
235. Α. Delatte, Les Portulans grecs, Λιέγη-Παρίσι 1947, σσ. 55-62, 213-214, 267-268, 309· ανα­τύπωση στο Οι 'Ελληνικοί Πορτολάνοι. Τά πρωτότυπα χειρόγραφα κείμενα τοΰ 16ου και 17ου αι­ώνα, Αθήνα 2000· γενικότερα Γ. Τόλιας, Οι ελληνικοί ναυτικοί χάρτες Πορτολάνοι (15ος-17ος αι­ώνας), Αθήνα 1999. Για εντύπους χάρτες, βλ. τον κατάλογο που έχει καταρτίσει ο C. Zacharakis, A catalogue of printed maps of Greece (1477-1800), Αθήνα 21992· βλ. επίσης Β. Σφυρόερας, Α. Αβρα-μέα και Σ. Ασδραχάς, Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου Πελάγους, Αθήνα 1985.
236. F. Braudel, Ή Μεσόγειος και ό μεσογειακός κόσμος την εποχή τοΰ Φιλίππου Β' της Ισπανίας, μτφρ. Κ. Μιτσοτάκη, Αθήνα, τ.1 (1993), σ. 397-400.
237. Ο. Barkan, Essai sur les donnees statistiques des registres de recensement dans l'Empire Ottoman aux XVe et XVIe siecles, Journal of the Economic and Social History of the Orient, τ. 1Α (1957), σσ. 25-31.
238. Ν. Τοντόροφ, Ή Βαλκανική πόλη (15ος-19ος αιώνας), μτφρ. Έ. Αβδελά και Γ. Παπαγεωργίου, Αθήνα 1986, τ. Ι,σσ. 101-118.
239. Σ. Ασδραχάς, Μηχανισμοί της αγροτικής οικονομίας στην Τουρκοκρατία (ΙΕ'-ΙΣΤ' αιώνας), Αθήνα 1978, σσ. 269-271· Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σσ. 111 κ.εξ.· Καρύδης, Χωρο-γραφία (όπ. σημ. 230), σσ. 49 κ.εξ.· Δ. Καρύδης και Μ. Kiel, Μυτιλήνης αστυγραφια και Λέσβου χωρογραφία (15ος-19ος αιώνας), Αθήνα 2000, σσ. 47, 83-133 σποραδικά και 179.
240. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 123.
241. Για την μεταβυζαντινή πορεία της μητρόπολης, με έδρα πιθανότατα στην Αρκαδία, βλ. Γριτσόπουλος, Εκκλησία Πελοποννήσου (όπ. σημ. 38), σσ. 513-541- Βέης, Εκκλησιαστική Γεωγρα­φία (όπ. σημ. 80), σσ. 306-310· Ε. Ζαχαριάδου, Δέκα τουρκικά έγγραφα για την Μεγάλη Εκκλησία (1483-1567), Αθήνα 1996, σσ. 127-128.
242.Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ.142), σ.120.
243.Μ-Μ, τ.5 (1887), σσ. 175-178· Γριτσόπουλος, Εκκλησία Πελοποννήσου (όπ. σημ.38), σσ. 346-349· Ζερλέντης, Αι μητροπόλεις (όπ. σημ. 94), σ. 9.
244.Μετά το Βουρκάνο (Βουλκάνην) και πριν τον Αβαρΐνον αναζητάμε τα τοπωνύμια: Βου­νού Όπήν και όρος Ορθιον, Μ-Μ, τ.5 (1887), σσ.159-160- πρβλ. Η. Kalligas, Byzantine Monemvasia. The sources, Μονεμβασία 1990, χάρτης σ. xvi· Γ. Πίκουλας, Τά όρια της Μητροπόλεως Μονεμβασίας, ΑΣ, τ. 13 (1996), σσ. 393-404· Π. Βελισσαρίου, Χοιρόλακκοι, Πελ, τ. 16 (1986), σσ. 418-422- Α. Βερτσέτης, Ή ετυμολογία της τοπωνυμίας Χοιρόλακκοι, Π
242.Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 120.
243.Μ-Μ, τ.5 (1887), σσ. 175-178· Γριτσόπουλος, Εκκλησία Πελοποννήσου (όπ. σημ. 38), σσ. 346-349· Ζερλέντης, Αι μητροπόλεις (όπ. σημ. 94), σ. 9.
244.Μετά το Βουρκάνο (Βουλκάνην) και πριν τον Αβαρΐνον αναζητάμε τα τοπωνύμια: Βου­νού Όπήν και όρος Ορθιον, Μ-Μ, τ. 5 (1887), σσ. 159-160- πρβλ. Η. Kalligas, Byzantine Monemvasia. The sources, Μονεμβασία 1990, χάρτης σ. xvi· Γ. Πίκουλας, Τά όρια της Μητροπόλεως Μονεμβασίας, ΑΣ, τ.13 (1996), σσ. 393-404· Π. Βελισσαρίου, Χοιρόλακκοι, Πελ, τ. 16 (1986), σσ. 418-422- Α. Βερτσέτης, Ή ετυμολογία της τοπωνυμίας Χοιρόλακκοι, Πελ, τ. 17 (1989), σσ. 176-178.
245.Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σσ. 123-134.




Printfriendly