.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά. Μέρος Β


Συνέχεια από Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά. Μέρος Α

Οικιστικά και αρχιτεκτονικά Κοντοβουνίων
Ο πρώτος αναλυτικός κατάλογος χωριών που μας ενδιαφέρει είναι η βενε­τική απογραφή του προνοητή Giacomo Comer για το έτος 1689, δημοσιευμένη ήδη τρεις φορές246, η οποία όμως δυστυχώς δεν περιλαμβάνει το territorio της Ανδρούσης.
Από έγραφα καταγραφής της εκκλησιαστικής περιουσίας που έχει εκδώσει ο Κωνσταντίνος Ντόκος, σπουδαίας αξίας πηγή για την τοπική γεωγραφία στα τέλη του Που αιώνα, τα οποία αναφέρουν ονομαστικά κατά χωριό όλες τις εκ­κλησίες και τα μοναστήρια με τα κτήματα τους247, εντυπωσιάζεται κανείς τόσο απ' τον πολύ μεγάλο αριθμό των ναών, όσο και απ' το υψηλό ποσοστό ερειπώσεώς τους, που για την περιοχή της μελέτης μας ανέρχεται στο 82,4% (πίν.6α).

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ: Αετ= Αετού, Αν= Ανδρούσης/ Andrusa, Αρ= Αρκαδίας/ Arkadia, Αρστ= Αριστομένους, Βελ= Βελύρας, Εμπλ= Εμπλακίων/ Emblakika, Κ= ΚοντοΒούνια, Μ= Μεθώνης/ Modon, Ν= Ναβαρίνου/ Navarin, Τομ= Τομέως, Τριπ= Τριπύλης, Υαμ= Ύαμίας, Φλεσ= Φλεσιάδος, Χρ= Χριστιανουπόλεως, χαλ= χαλασμένες.

Να, λοιπόν, ένα ενδεικτικό παράδειγμα για το χωριό Ταυτόπλον (Χ9) από έγ­γραφο με ημερομηνία 9 Ιανουαρίου 1699, γραμμένο απ' τον Άγιο Αθανάσιο μητροπολίτη Χριστιανουπόλεως:
έκλησία τοϋ Αγίου Θεοδώρον σκεπασμένη./ Μέσα εις το χωρίον, έκλησία τον Αγίου Νικολάον. χαλασμένη./ Εις την Χαμαρίτζα, έκλησία της Αγίας Μαρηνης βολική παλαιομονάστηρο248./ εκεί δπον θάπτονται έκλησία τον Άγίον Βασιλείον ολίγον σκεπασμένη./ άλλη έκλησία τον Αγίον Νικολάον. χαλασμένη./ της Αγίας Παρασκευής ομοίως./ της Πα­ναγίας ομοίως./ άλλη τον Αγίον Ιωάννου ομοίως./ άλλη τον Αγίον Ανδρέου, ομοίως./ άλλη τοϋ Αγίου Αθανασίου, εις την Χαμαρίτζα, ομοίως./ Εις τόχορίον έκλησία τοϋ Ταξιάρχου, ομοίως./ Εις το Παλαιό-καστρον, τοϋ Αγίου Γεωργίου ομοίως./ άλλη τοϋ Αγίου Δημητρίου ομοίως./εις τοϋ Ταυτόπλου, της Παναγίας, ομοίως./ Εις το βουνό απά­νω, έκλησία τοϋ Αγίου Ήλήου, και άλλες έκλησίαις 2 χαλασμέναις249.
Με το ίδιο ύφος περιγράφει 27 εκκλησίες στη Λεντεκάδα (Χ8), από τις οποίες οι 24 ήταν χαλασμένες, 25 στου Σελά (Χ17), όπου 23 χαλασμένες κ.λπ. Ο Ανδρούσης Παρθένιος, με τη σειρά του, στην επισκοπή του οποίου υπάγο­νταν τα περισσότερα απ' τα χωριά της μελέτης μας (24), λιγότερο αναλυτικός από τον Αγιο Αθανάσιο σημειώνει:
Εις το χωρίον Καλογερέση (Χ16) είναι ναός τοϋ Αγίου Νικολάου και είναι και χαλασμέναις 20...
Εις το χωρίον Λαγάδα (Χ31), είναι ναός τοϋ Αγίου Έμελιανοϋ. είναι και χαλασμέναις 9 250, και ούτω καθ' εξής. Τα έγγραφα επιτρέπουν να σχηματίσουμε καλή εικόνα της εκκλησιαστικής διαίρεσης κατά τον 17ο αιώνα και της μνημειακής τοπογρα­φίας στην περιοχή. Είναι σαφές ότι αυτά τα χωριά είχαν κάποτε μεγάλη οικι­στική ανάπτυξη και ιστορικό παρελθόν που έφτανε τουλάχιστον στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα. «Ένας κόσμος αγνοημένος βασιλεύει εδώ»251. Η έρευνα εντοπισμού, η αναλυτική μελέτη και χρονολόγηση αυτών των άγνωστων μνη­μείων της πρώιμης Τουρκοκρατίας, θα ερμηνεύσει πιστεύω κάποτε την οικιστι­κή ιστορία κάποιων από τα χωριά και θα καταδείξει τη φύση της βυζαντινής οικοδομικής συνέχειας, αλλά και το μέγεθος της ευημερίας των χριστιανών της υπαίθρου, κατά τον 16ο αιώνα.
Ακολουθεί χρονολογικά η αξιόπιστη και καλής ποιότητος απογραφή του προνοητή Francesco Grimani για το έτος 1700 252. Για το 1704 έχουμε την ανα­γραφή (notizia) των χωριών της Πελοποννήσου που συνέταξε ο Giusto Alberg-hetti και που συνοδεύει τη δεύτερη έκδοση βιβλίου του Pier' Antonio Pacifico στο ποίο περιγράφει τον Μοριά253. Η τελευταία επανέκδοση του καταλόγου έγινε πρόσφατα επίσης από τον Κωνσταντίνο Ντόκο254.
Για την αρχή της Δεύτερης Τουρκοκρατίας (1715) υπάρχει στο Tapu Tahrir 880 της Κωνσταντινούπολης ένα αναλυτικό τουρκικό κατάστιχο, το οποίο βρί­σκεται υπό έκδοση254. Για την ίδια περίοδο υπάρχει επίσης ο κατάλογος του Pouqueville, που χρονολογείται το 1815 και η απογραφή της γαλλικής Επιστη­μονικής Αποστολής του Μοριά255 για το έτος 1829, πηγές που αναφέρθηκαν στην αρχή256. Το 1811 στο βιλαέτι της Αρκαδίας υπήρχαν 4.200 ρωμαίικα σπίτια και 200 τουρκικά, ενώ στο βιλαέτι της Ανδρούσας αντίστοιχα 1.200 και 40 257

Οικιστική εξέλιξη
Στον παρακάτω πίν.6α, β αναγράφονται οι τύποι με τους οποίους συναντάμε τα τοπωνύμια των οικισμών της μελέτης μας στις παρα­πάνω ενετικές και γαλλικές πηγές. Σε μια έβδομη στήλη έχουν προστεθεί τα ονό­ματα έτσι όπως αυτά αναφέρονται στην πρώτη επίσημη εμφάνιση τους μετά από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1836)258. Δίπλα από τα ονόματα, ακολουθεί σε κάθε στήλη ξεχωριστά με συντομογραφική ένδειξη η ευρύτερη γεωγραφική ενότητα στην οποία ανήκαν τα χωριά. Δηλαδή, την τότε ισχύουσα διοικητική διαί­ρεση κατά: territorio259, μητρόπολη ή επισκοπή, καζά ή βιλαέτι260 και δήμο.
Σ' έναν άλλο πίνακα (7α,β), έχω συγκεντρώσει το σύνολο των πληθυσμια­κών δεδομένων που διαθέτουμε ανά χωριό, από το 1689 μέχρι σήμερα261. Με βάση τα στοιχεία του τελευταίου, μπορούμε να χαράξουμε το ειδικό διάγραμμα της πληθυσμιακής εξέλιξης για κάθε χωριό ξεχωριστά, αλλά και το συνολικό της περιοχής γενικότερα.


α. Ο συνολικός αριθμός κατοίκων για τα χωριά που ανήκαν στις επαρχίες ή τα πριν βιλαέτια: Αρκαδίας, Ναβαρίνου και Εμηλακίων υπολογίστηκε με μέσο οικογενειακό συντελεστή 4,75.
b. Στην απογραφή του 1920 η Άνω Λεντεκάδα αριθμεί μαζί με την Κάτω Λεντεκάδα 410 ψυχές, η τιμή εδώ είναι εικονική και καθορίστηκε αναλογικά ως προς τις επόμενες καταμετρήσεις.
c Συμπεριλαμβάνετε και ο πληθυσμός του μικροσυνοικισμού Τουλούπα Χάνι. d Μαζί με τον οικισμό Άγιοι Απόστολο
Οι μεγαλύτερες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις στα χωριά παρατηρούνται, όπως βλέπουμε, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το 1940, ενώ για το σύνολο των Κοντοβουνίων στο έτος 1907, με 10.024 ψυχές (πυκνότητα 45,3 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χλμ.), μια πληθυσμιακή πυκνότητα που είναι τετραπλάσια αυτής του 1700 ή της αντίστοιχης σημερινής
Πιο κατανοητά, παρακολουθούμε την οικιστική εξέλιξη, σε μια σειρά από τρεις χάρτες. Για τη σύνταξη τους χρησιμοποιήθηκαν οι πιο αξιόλογες απο­γραφές: η απογραφή Grimani του 1700 (χάρτης 8) και η απογραφή της γαλλι­κής Αποστολής του 1829 (χάρτης 9), καλύπτουν ολόκληρη την Πελοπόννησο, κάτι που ενδεχομένως να φανεί χρήσιμο σε όποιον επιχειρήσει να καταπιαστεί μελλοντικά με μια ευρύτερη γεωγραφικά θεώρηση της οικιστι­κής εξέλιξης στην Πελοπόννησο. 



Τέλος, χρησιμοποίησα τη γενική απογραφή της 27ης Οκτωβρίου 1907262, γιατί εδώ συναντάμε την πιο μεγάλη ακμή των Κοντοβουνίων (χάρτης 10), σχεδιάστηκαν οι υψομετρικές κα­μπύλες ανά 500μ., ενώ με διάστικτη γραμμή η εκάστοτε διοικητική διαίρεση. Τα μεγέθη των οικιστικών μονάδων έχουν διαφοροποιηθεί με βάση τον αριθμό των κατοίκων263. Εκτός από τα χωριά για τα οποία γίνεται λόγος, στους χάρτες έχουν τοποθετηθεί και όλοι οι γύρω οικισμοί που καλύπτουν το τετράπλευ­ρο: Κυπαρισσία, Μουζούστα (1930 Λεύκη), Ντάρα Πυλίας και Βασιλικό. Ειδι­κά στον χάρτη του 1700, τοποθετήθηκαν από άλλη πηγή τα μοναστήρια και πα-λαιομονάστηρα της εποχής264. Πέντε, μάλιστα, από τα οκτώ που συγκροτούσαν το μοναστικό δίκτυο των Κοντοβουνίων, βρίσκονταν σε λειτουργία.


Αυτό που καταλαβαίνει κανείς με μια πρώτη συγκριτική ματιά στους χάρ­τες, εκτός φυσικά από τη θεαματική πληθυσμιακή αύξηση265, είναι νομίζω η σταθερότητα που εμφανίζει το οικιστικό δίκτυο ως σύνολο στη διάρκεια των δύο αιώνων. Παρ' όλα αυτά οι οικιστικές μεταβολές που παρατηρούνται δεν μας αφήνουν αδιάφορους καθότι:
α) Δημιουργούνται νέα χωριά, όπως το Αληκοντούζι (Χ5), το Καρβούνι, το Μαλίκι266 (1953 Πολυθέα), του Μύρου ή τα λεγόμενα «Κάτου χωριά». Τα τελευταία, όπως είναι η Κάτω Λεντεκάδα (1956 Ροδιά), το Κάτω Κοντογόνι (Χ24) και η Κάτω Βούταινα (Χ 26), κάνουν την εμφάνιση τους από τα μέσα του 19ου αιώνα. Το γεγονός αυτό, της πρώτης δηλαδή διστακτικής μετακίνησης πληθυσμού από τα μητρικά χωριά σε κοντινά χαμηλότερα υψόμετρα, αποτέλε­σμα προφανώς του συνδυασμού της δημογραφίας και της οικονομίας, αποτε­λεί τον προάγγελο, θα λέγαμε, του εποικισμού των πεδιάδων και της εσωτερι­κής μετανάστευσης που θα ακολουθήσει αργότερα, και θα καθορίσει τις οικι­στικές εξελίξεις στον 20ό αιώνα266α.
β) Κάποια άλλα χωριά, όπως του Παπαγιώρη (Χ28) και η Λαγκάδα (Χ31) εξαφανίστηκαν πρώιμα (18ο αιώνα), όπως επίσης η Καλοπαίδα (Χ19) και η Αναλυτή (Χ14). Για τα δύο τελευταία πιστεύω ότι ποτέ δεν υπήρξαν κανονικά χωριά· ήταν σκόρπιες αγροικίες με 4-5 οικογένειες που δεν κατάφεραν να εξε­λιχθούν οικιστικά, εδώ απλώς τα αναφέρει η απογραφή Grimani. Αλλα πάλι μικρά χωριά όπως η Πάνιτσα και το Ζαπάντι (Χ32) άντεξαν περισσότερο, κι' αυτά όμως θα ερημωθούν με τη σειρά τους αργότερα (19ο-20ό αιώνα). Ένα τρίτο κύμα ερήμωσης πιο έντονο βρίσκεται σε εξέλιξη στις μέρες μας267.


Οικιστικά χαρακτηριστικά των χωριών μελέτης
Ας δούμε τώρα, κλείνοντας τον κύκλο που ανοίξαμε στην αρχή, ποια είναι η υπάρχουσα φυσιογνωμία των χωριών μας, αλλά και τι διασώθηκε από το κτισμένο περι­βάλλον, ύστερα από μια τέτοια μακρά εξέλιξη, τουλάχιστον τεσσάρων αιώνων, και μάλιστα ύστερα από αλλεπάλληλες φυσικές κι ανθρώπινες καταστροφές. Με το πρώτο εννοώ τους σεισμούς (βλ. παραπάνω) και τις φθοροποιές ιδιότητες του χρόνου στα δομικά υλικά272. Ενώ με το δεύτερο τα αποτελέσματα των πολεμικών ενεργειών, και ειδικά για την περίπτωση μας την ατυχή επανάστάση του 1770, γνωστή ως Ορλοφικά με τη συνημμένη εννιάχρονη Αλβανοκρατία, αλλά κυρίως τη δράση του Ιμπραήμ272α.
Η κατανομή του πληθυσμού στα Κοντοβούνια γίνεται ή, πιο σωστά, γινό­ταν273 σε μικρού μεγέθους, μόνιμου χαρακτήρα, φτωχές273α αγροτικές εγκατα­στάσεις, που ποτέ καμιά δεν κατάφερε να ξεπεράσει ένα τριψήφιο αριθμό κα­τοίκων. Μεμονωμένες εστίες από την άλλη πλευρά, όπως αγροτόσπιτα συνε­χούς διαμονής, είναι ασύμβατες στην ντόπια νοοτροπία και αποτελούν σπάνια εξαίρεση (ξωμάχοι, ξεμόνια). Αυτό το μοντέλο της ομαδικής κατοίκισης, τόσο αναγνωρίσιμο όσο πανάρχαιο, δημιουργεί πυρήνες με κοινωνική συνοχή και συλλογική συνείδηση: τα «χωριά-κοινότητες»274.
Το οικιστικό δίκτυο συγκροτείται από διάσπαρτους-τυχαίους φαινομενικά σχηματισμούς χωριών, σε μια χωρική κατανομή που σίγουρα δεν είναι κανονική, κρύβει ωστόσο μια λανθάνουσα τάξη, περισσότερο αντιληπτή στον επισκέπτη-περιπατητή, παρά στον μελετητή του επίπεδου χάρτη (σχέδ.13).
Τα χωριά, απομακρυσμένα μεταξύ τους από ένα έως τρία χιλιόμετρα, εντο­πίζονται κατά κανόνα στην περίμετρο των Κοντοβουνίων, στις βουνοπλαγιές που περιβάλλουν μικρές κοιλάδες275, σε αντιδιαστολή με τις μεσαιωνικές θέ­σεις που βρίσκονται επάνω σε κορυφές. Οι επικλινείς τοποθεσίες όπου είναι κτισμένα, με κλίση εδάφους το πολύ 33,5% (Χ36), σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνουν το υψόμετρο των 1.000μ. Τα περισσότερα περιορίζονται υψομε­τρικά μέχρι τα 700μ. και μόνο δύο, η Μάλη (940μ.) και η Ασούτενα (800μ.) τα ξεπερνούν (πίν.11).


Το υπάρχον οδικό δίκτυο που τα συνδέει μεταξύ τους και με τα γύρω χωριά του κάμπου, είναι αποτέλεσμα διάνοιξης των τελευταίων τεσσάρων-πέντε δεκα­ετιών. Από τότε δηλαδή που αρχίζει και η καθοριστική αποδημία των χωρικών που τα οδήγησε σε μαρασμό. Η πρόσβαση παλιότερα γινόταν από ένα υποτυπώ­δες αλλά πυκνό πλέγμα από μονοπάτια και γιδόστρατα, τα κυριότερα από τα οποία ακολουθούσαν τις ποταμιές και τα ρέματα. Σήμερα έχουν «λογκώσει».
Για να προσδιορίσουμε τα οικιστικά μεγέθη, χρησιμοποιήσαμε ένα δεδομέ­νο μεγαλύτερης διάρκειας από αυτό του πληθυσμού. Τον συνολικό αριθμό των κτισμάτων, σπίτια δηλαδή και εκκλησίες ανεξάρτητα από τον βαθμό ερειπώσεως που εμφανίζουν276. Θέτοντας ένα συμβατικό βήμα διαφοροποίησης, ανά 50 κτίσματα, διακρίναμε τρεις κατηγορίες:
α) «Μικρά χωριά», με αριθμό μέχρι και 50 κτίσματα.
β) «Μεσαίου μεγέθους», από 51 μέχρι 100, και
γ) «Μεγάλα χωριά» ή «κεφαλοχώρια» με την ευρύτερη έννοια277, όσα ξεπερ­νούν τα 100.
Το αποτέλεσμα της ιεραρχικής κατανομής φαίνεται στον χάρτη 12. Ξεχωρί­ζουν δύο «μεγάλα χωριά»: του Ραφτόπουλου και του Χαλβάτσου με 81,4 και 59,4 στρέμματα δομημένου χώρου278 αντίστοιχα. Τα 14 της μεσαίας κατηγο­ρίας εμφανίζουν μια μέση έκταση 41,2 στρέμματα, ανάμεσα τους κάποια εξέχο­ντα, όπως η Μάλη, του Σελά, του Βαριμπόπη και του Κεφαλινού. Υπάρχουν 20 «μικρά χωριά» με μέση έκταση 17 στρέμματα. Και τέλος πέντε από καιρό εξαφανισμένα, όπως είπαμε, με τελείως κατεστραμμένο πια το δομημένο τους περιβάλλον (XX 14, 19, 28, 31-32).
Γιατί κάποιοι οικισμοί αναπτύσσονται πολεοδομικά, άλλοι μένουν στάσι­μοι κι όμως αντέχουν, ενώ άλλοι εξαφανίζονται; Υπό ποίες συγκυρίες μετατο­πίζεται κάποιος οικισμός από την αρχική του θέση; Κάτω από ποιους μηχανι­σμούς ιδρύεται ένας νέος; Ποιοι παράγοντες επιβάλλουν μια συγκεκριμένη ορ­γάνωση απ' την οποία προκύπτει η οικιστική συγκρότηση και η πολεοδομική μορφή; Ποιοι ακόμη είναι οι κρίσιμοι παράγοντες ενός τόπου που τον καθι­στούν κατοικήσιμο279, ενώ έναν δεύτερο με αντίστοιχα φυσικά πλεονεκτήματα όχι; Προκύπτουν όπως βλέπουμε ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν άμεσα και μόνον από τον μελετητή του χώρου (αρχι­τέκτονα)280. Ας δούμε όμως δοκιμαστικά δύο-τρεις ερμηνευτικές προσεγγίσεις προς αυτή την κατεύθυνση:
α) Να θεωρηθεί τυχαίο άραγε το γεγονός ότι τα τρία μεγαλύτερα χωριά (XX 9, 29, 21) διαθέτουν απ' τα σπουδαιότερα κεφαλάρια των Κοντοβουνίων με ικανότητα να ποτίσουν 40, 30 και 73 εκτάρια γης281;
β) Επειδή η περιοχή διερεύνησης έτσι όπως ορίστηκε μοιάζει με ορεινό νησί μέσα στις πεδιάδες της Μεσσηνίας, επιτρέπεται πιστεύω, να αξιοποιήσουμε στατιστικά τους γενικούς προσανατολισμούς των χωριών. Στο πολικό διά­γραμμα του σχεδίου 14, βλέπουμε την κατανομή. Γίνεται σαφές ότι στο δυσμε­νώς προσανατολισμένο ημιμόριο, είναι χαρακτηριστική η απουσία οικισμών.
γ) Όπως και στις δυτικές πλαγιές του Αιγαλέου, που ο προσανατολισμός το θέρος είναι ενοχλητικός, επιπλέον 1) οι κλίσεις είναι πολύ έντονες, τόπος απόκρημνος. 2) Η οροσειρά δεσπόζει στις πολυσύχναστες πεδινές διαβάσεις, φαίνεται δηλαδή από μακριά, πράγμα αθέμιτο σε καιρούς ανασφάλειας. 3) Οι πηγές σπανίζουν, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει χαμηλότερα, εκεί που τα κροκαλοπαγή έρχονται σε επαφή με τον στεγανό φλύσχη282. Είναι τόπος αφιλόξενος. Ο μοναδικός οικισμός πάνω από 500 μ. ήταν η Κερασιά (Χ 14), ένα βραχύβιο χωριουδάκι (1940-1981) εξαρτημένο από τη Μάλη, που λειτουργούσε ως ενδιά­μεσος σταθμός για τους Μαλιώτες που κατέβαιναν απ' το μεγάλο σε υψόμετρο χωριό τους στα Φιλιατρά.

Στο επίπεδο του οικισμού
Στο άμεσο φυσικό περιβάλλον του κά­θε χωριού υπάρχει μια ζωτική περιοχή που την ελέγχει. Με πηγές, εξωκκλήσια, χωράφια και αλώνια της κατακερματισμένης σε μικρά τεμάχια περιουσίας κ.λπ. Τα σύνορα της με άλλες γειτονικές καθορίζονται από γραμμές απορροής, ρέματα ή άλλα χαρακτηριστικά σημάδια του τόπου283. Περί το κέντρο της βρί­σκεται κτισμένο το καθεαυτό σύνολο των οικοδομών.
θεωρώντας τον δομημένο χώρο των οικισμών σε κάτοψη, κυριαρχεί η εντύ­πωση της διασποράς. Ανεξάρτητα σπίτια, χωρίς να εφάπτονται δηλαδή το ένα με το άλλο, σε μια ελεύθερη διάταξη, σκόρπια εδώ και εκεί. Αποτέλεσμα μιας ανάπτυξης «δυναμικής» χωρίς σχέδιο, κοινός τρόπος άλλωστε σε μεταβυζαντι­νά σύνολα. Κοιτάζοντας σε όψη κυριαρχεί η κλιμακωτή διάταξη των κτιριακών όγκων, έτσι όπως ωραία πατάνε στο πρανές και ακολουθούν την κατωφέρεια.


Είναι αδύνατο να προχωρήσουμε εδώ στην τυπική διάκριση: ομόκεντρο, γραμμικό ή ελεύθερο284 χωριό, αφού όλα υπάγονται στον τύπο του τελευταίου. Σημεία με δημόσιο χαρακτήρα είναι οι εκκλησίες, οι βρύσες (κρήνες)285, τα πη­γάδια, ο τόπος του πανηγυριού, αν υπάρχει, και το νεκροταφείο. Πλατεία με δυσκολία θα συναντήσεις ακόμα και στα μεγαλύτερα, ενώ αν ψάξεις τον οικι­στικό πυρήνα ο προσδιορισμός θα σταθεί αδύνατος. Ένας δρόμος μπορεί να τα διασχίζει, και αυτός όμως ανοιγμένος σχετικά πρόσφατα. Επιμένοντας κα­νείς με την τυπολογία, το μόνο που θα κερδίσει είναι να τα ξεχωρίσει ως προς τη διάσπαση του δομημένου χώρου (σχέδ.15):
α) Σε χωριά με «ενιαίο» δομημένο χώρο, όπως η Ποταμιά, η Ασούτενα, το Καλογερέσι, η Μάλη κ.ά.
β) Σε χωριά που «διχάζονται», όπως η Πάνω Βούτενα, του Σελά και του Χαλβάτσου. Κάποτε ο διαχωρισμός μπορεί να δικαιολογηθεί από την τοπο­γραφία, κυρίως από μικρά ποτάμια και ρέματα. Άλλοτε πάλι, όπως στο Σαπρίκι, θα πρέπει να υποθέσουμε λόγους κοινωνικούς· του τύπου της προσθετικής έλευσης νέων κατοίκων που οι ντόπιοι θα έβλεπαν περιφρονητικά (ξενοχωρίτες), και
γ) Σε χωριά που ο δομημένος χώρος «διαλύεται» στα τρία, όπως είναι του Ράδου, η Πάνω Λεντεκάδα και του Κεφαλινού.
Τα περισσότερα (27) και μικρότερα χωριά ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Κάποια υποσύνολα του οικισμού, όπως τα παραπάνω, συχνά αποκαλούνται «ρούγες», για παράδειγμα «Πέρα ρούγα» στου Σελά ή Μεσιανόρουγα και Παλιόρουγα στην Πάνω Βούτενα286. Μια δεύτερη ανίχνευση για «ομάδες σπι­τιών» προκύπτει από τα οικογενειακά ονόματα και το κτητικό επίθεμα «-αίι-κα», π.χ. Λαμπιραίικα (Χ1), Αίοιιλααηα (Ηλιόπουλος, Χ10) κ.λπ. Σήμερα δεν έχει πάντοτε σαφές τοπογραφικό αντίκρισμα, παραπέμπει ωστόσο στη δομή της οικογένειας κατά τον 19ο αιώνα287.
Οι εκκλησίες είναι χωροθετημένες είτε στην περίμετρο του δομημένου χώ­ρου είτε εκτός. Η Αλκή Κυριακίδου Νέστορος288, η πρώτη που το έχει επισημά­νει, του αποδίδει συμβολισμό και υπερβατικές ερμηνείες που κάποιοι έχουν υι­οθετήσει289. Για την περίπτωση μας, νομίζω ότι μια τέτοια θεώρηση θα ήταν τουλάχιστον υπερβολικά τολμηρή.
Η πυκνότητα δόμησης στους οικισμούς έχει μια μέση τιμή 1,8 κτίσματα ανά στρέμμα και μπορεί να συγκριθεί με αυτή κάποιων «ημιορεινών» χωριών290 που ανέρχεται στο 2,3. Από μία στατιστική που έγινε σε 15 χωριά (XX 1-6, 9-13, 15-18), απομονώνοντας όσα σπίτια είχαν ορθογώνια κάτοψη291, βρέθηκε ότι το 89,5% είναι τοποθετημένα με τον μεγάλο άξονα κάθετο στις υψομετρι­κές καμπύλες. Τα πλεονεκτήματα της διάταξης απαριθμεί ο Ορλάνδος στις συ­μπληρώσεις του για τον Μυστρά292.
Στην αρχιτεκτονική της κατοικίας, κυριαρχεί σχεδόν αποκλειστικά το πέ­τρινο κεραμοσκεπές με τρίρριχτη στέγη ανωγοκάτωγο μακρινάρι, της «σχο­λής» των Λαγκαδιανών μαστόρων293. Στα παρακάτω ωστόσο θα στρέψουμε το ενδιαφέρον μας σε ό,τι έχει επιβιώσει από «παλαιότερα». Πριν δηλαδή την εκ­δήλωση της έντονης ανοικοδόμησης μετά την απελευθέρωση, η οποία, όπως δείχνουν τα έστω λιγοστά ενεπίγραφα κτίσματα294 σημειώνεται στις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες του 19ου αιώνα και στην πρώτη του 20ού295.

Αρχιτεκτονικά της αγροτική κατοικίας
Στην οικοδομική πα­ράδοση των δυτικών περιοχών της ελληνικής χερσονήσου, ευρισκομένων στην ομβροπλευρά των κεντρικών ορεινών όγκων296, κυριαρχεί η επικλινής ξύλινη στέγη με κεραμίδια ή πλάκες. Η επιπεδόστεγη κάλυψη είναι εντελώς άγνω­στη297. Το κύριο υλικό δομής στα ορεινά ήταν πάντοτε η πέτρα298 και στα πεδι­νά, κατά κανόνα, η «αντισεισμική» πλίθα299. Το χρονικό βάθος εφαρμογής του τελευταίου τρόπου δομής αποδεικνύει ο πρωτοελλαδικός οικισμός στη Βοϊδοκοίλίά300. Τα παραπάνω κατασκευαστικά πρότυπα επιβάλλουν στην τοπική αρχιτεκτονική και αντίστοιχα μορφολογικά χαρακτηριστικά.
Τι πληροφορίες όμως έχουμε για «παλιότερα»; Ο Εβλιγιά Τζελεμπή περνώ­ντας το 1668 από την Αρκαδία αναφέρει ότι τα 300 σπίτια εκτός κάστρου ήταν πέτρινα με κεραμίδια και είχαν οχυρή μορφή με μικρά παράθυρα σαν πολεμί­στρες από τον φόβο των Φράγκων301. Ο άγγλος περιηγητής Bernard Randolph, κινούμενος στον Μοριά την 8η δεκαετία του 17ου αιώνα γράφει:
«τα κτίσματα είναι ως επί το πλείστον από πλίθες φτιαγμένες από πηλό και κομμένα άχυρα και ξεραμένες στον ήλιο. Οι τοίχοι των θεμελίων εί­ναι από πέτρα και ασβέστη. Ελάχιστα σπίτια έχουν ύψος πάνω από δύο πατώματα. Καλύπτονται με ψημένα κεραμίδια (pan tiles). Δεν υπάρχουν πολλά μεγάλα σπίτια στον Μοριά...»302.
Το 1692 ένας υψηλός αξιωματούχος, ο Θαδδαίος Γραδενίγο, εντοπίζει την αιτία που περιόριζε το μέγεθος των σπιτιών:
«από τά πιο προσιτά δάση, γράφει, βγαίνουν τραβέρσες (travamenti), πού δεν ξεπερνούν τά δεκαέξι ως δεκαοκτώ πόδια μήκος και τις τρεις ως πέντε ίντσες πάχος- κατόπιν οί σανίδες (tavole) εΐναι το πολύ πέντε με εξι πόδια μακριές και οκτώ με δέκα ίντσες πλατιές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όλα τά σπίτια του Βασιλείου νά έχουν δωμάτια τού ιδίου μεγέθους»303.
Μετατρέποντας τα βενετικά πόδια σε μέτρα304, βρίσκουμε, ότι το μήκος τραβέρσας κυμαινόταν από 5,50 μέχρι 6,25 μέτρα, νούμερο που θα 'θελα να συ­γκρατήσουμε. Τραβέρσες στο κείμενο είναι τα οριζόντια δοκάρια, αυτά που στηριγμένα αμφιέρειστα στους απέναντι τοίχους καθορίζουν το μέτρο του πλάτους στο ορθογώνιο σπίτι305. Σ' αυτό τον απλό κατασκευαστικό περιορι­σμό στηρίζεται και η μορφή που έχει το μακρινάρι.
Το βενετικό κτηματολόγιο του Φαναριού (catastico ordinano) ολοκληρωμένο το 1698, αλλά και αυτό της Καλαμάτας του ιδίου έτους, που σώζονται στο Αρ­χείο Grimani της Βενετίας306, μας πληροφορούν ότι τα περισσότερα σπίτια στα πεδινά χωριά του πρώτου τεριτορίου ήταν σκεπασμένα με άχυρο και μόνο ελά­χιστα ήταν με κεραμίδια. Σε καμιά δεκαπενταριά ωστόσο ορεινά χωριά με σημα­ντικότερο την Ανδρίτσαινα οι στέγες ήταν καλυμμένες με πλάκες (plache), ντό­πιο δηλαδή σχιστολιθικό ασβεστόλιθο. Αντιθέτως, στο εξ ολοκλήρου πεδινό τε-ριτόριο της Καλαμάτας, τα σπίτια ήταν με κεραμίδια και μόνο μια μικρή αναλο­γία ήταν με άχυρα307. Ανάλογες πληροφορίες δίνουν τα δύο κτηματολόγια για το τεριτόριο του Ναυπλίου308. Απογράφουν σπίτια κεραμοσκεπή ή αχυροσκεπή, ξύ­λινες παράγκες ή καλύβες σκεπασμένες με χώμα. Στα σπίτια της υπαίθρου «υπερτερούν ελαφρά τα αχυροσκεπή»309. Από το κτηματολόγιο του Αργούς (1700) και την εκκλησιαστική απογραφή (1696), τόσο στην κωμόπολη όσο και στην περιοχή της ξαναβρίσκουμε επίσης αχυροσκεπείς τύπους και καλύβια310.
Το 1805, ο Leake, γράφει ότι στην άνω μεσσηνιακή πεδιάδα ήταν «αρκετοί μικροί οικισμοί αποτελούμενοι κυρίως από καλύβια μ' άχυροσκέπαστες στέ­γες»311. Ο ίδιος, περιγράφει μια αχυρένια καλύβα ωοειδούς μορφής στο χωριό Άγιος Ιωάννης της Καρύταινας312. Ο Καστελλάν το 1797, κάπου μεταξύ Με­θώνης και Ναβαρίνου, συνάντησε έναν θερινό καταυλισμό νομάδων με πολλές καλύβες313. Από την περιγραφή φαίνεται ότι πρόκειται για «τραγατσούλες», τύπο καλύβας πού και σήμερα κατασκευάζουν οι αγρότες τα καλοκαίρια σε Μεσσηνία και Ζάκυνθο314. Τέσσερις κορμοί από κυπαρίσσια μπηγμένοι στη γη και δύο οριζόντια επίπεδα, το κάτω από τάβλες, οριοθετούν ένα εναέριο κυβι­κό δωμάτιο. Ένας δευτερεύων κατασκευαστικός κάνναβος από καλάμια ντύνε­ται με φτέρη. Η πρόσβαση γίνεται με ξύλινη σκάλα, την είσοδο κλείνει μια κουρελού. Η μορφή της μοιάζει με παρατηρητήριο, αυτός ήταν και ο αρχικός προ­ορισμός: το αποκατεστημένο της όνομα «δραγατσούλα» προέρχεται απ' το με­σαιωνικό δραγάτης= 'φύλακας αμπελιών'315. Ονομάζεται επίσης φρετζάτα3ϊ6 ή απλά «καλύβα».
Από τα παραπάνω έγινε εμφανές ότι το μεγαλύτερο μέρος της αγροτιάς κα­τά την περίοδο της ξένης κυριαρχίας ζούσε σε απλά ισόγεια, συχνά στοιχειώδη καταλύματα από εφήμερα υλικά, «καλύβες» και «καλύβια». Οι δύο τελευταίοι όροι συχνά ταυτίζονται, συγχέονται ή παραλλάσσουν από τόπο σε τόπο317. Ας επιτραπεί εδώ μια διάκριση, τουλάχιστον έτσι όπως μπόρεσα να την καταλά­βω: όταν ο φέρων οργανισμός κατασκευάζεται από οργανικά υλικά κάνουμε λόγο για «καλύβα» και όταν γίνεται από ανόργανα (πέτρα ή πλίθα) για «καλύβι». Το καλύβι είναι ισόγειο. Οι αναλογίες του επιτρέπεται να είναι τετραγωνι­κές, όταν όμως κυριαρχήσει το μήκος τότε μπορεί να μιλάμε για χαμοκέλα. Μια δεύτερη διάκριση έχουμε απ' τη χρήση: στην καλύβα μένουν μόνο άνθρω­ποι. Ώρα όμως να περάσουμε σε απτά παραδείγματα.


Καλύβια Κοντοβουνίων
Στη θέση Χωρέμη του Πύργου Τριφυλίας (2 χλμ. ΒΑ), μου υπέδειξαν μια μισοθαμμένη τετραγωνική καλύβα μορφής «προϊστορικού αμπρί»318, φτιαγμένη από έναν ντόπιο μακαρίτη γεωργό εδώ και μισό αιώνα. Η απλότητα της κατασκευής, η σπανιότητα του είδους και η ομοιότητα του τύ­που με σλαβική κάσα κινούν το ενδιαφέρον (σχέδ.16). Έχει σκαφτεί σ' έναν ομαλό όχτο με νότιο προσανατολισμό. Ένας κορφιάς στηρίζει το ελεύθερο άκρο του σε ξύλινο υποστύλωμα.
Τα δοκάρια διανομής στηριγμένα σε πλαϊ­νούς βραχείς ορθοστάτες μορφώνουν επεκτεινόμενα μια σαμαρωτή στέγη σκε­πασμένη από καλάμια (ρονιές) στα οποία δένονται κατάλληλα χεριές από ψάθρα, που κάποτε μάλιστα κάλυπταν αποπάνω με χώμα. Τα δυο βασικά κυπα-ρισσόξυλα του σκελετού, οριζόντιο και κατακόρυφο, εδράζονται για να μη βυ­θίζονται στο έδαφος σε ποταμόπλακες. Ένα περιμετρικό πεζούλι από χώμα, διαμορφωμένο την ώρα της εκσκαφής σχήματος «πι», με τα σκέλη στραμμένα στην είσοδο, χρησίμευε να κάθονται στο περιορισμένο εσωτερικό για να ξαποσταίνουν προσωρινά ή για το κολατσιό. Οι γέροντες λένε πως τέτοιες αυτοσχέδιες κατασκευές ήταν άλλοτε πολύ διαδεδομένες στους αγρούς που δεν διέθεταν αγροικίες.


Παρόμοιας μορφής καλύβες, με μεγαλύτερες όμως διαστάσεις, βρίσκουμε στη βόρειο Αλβανία319, την Αρτοτίνα (Φωκίδος)320 και αλλού321. Σύμπτωση μορφής, άραγε, που προκύπτει από απλή κατασκευαστική λογική και ίδια υλι­κά ή από κάποιον άγνωστο ως τώρα πολιτιστικό επηρεασμό;322
Ένα νεότερο καλύβι στην Κάτω Βούτενα (Χ26), δεν έχει παρά ένα και μοναδικό άνοιγμα: την πόρτα εισόδου στη μέση της μακριάς πλευράς (εικ.29-30). Αυθόρμητα, ανακαλούνται στη μνήμη τα «μεγαλιθικά» κολόοπιτα της Μάνης323, κατοικίες που μια συντηρητική χρονο­λόγηση ανάγει στη μέση βυζαντινή περίοδο324. Ισόγεια καλύβια, υπήρχαν παλιότερα παντού στον ηπειρωτικό325 ή τον νησιωτικό326 χώρο από την Κύπρο327 μέχρι την Αλβανία328. Σήμερα τα βρίσκεις με δυσκολία.
Στα Κοντοβούνια, την περίοδο της Τουρκοκρατίας, πιστεύω ότι η πλειονό­τητα του κόσμου κατοικούσε σε απλά ισόγεια μονόχωρα σπίτια [Σ= σπίτι], σαν το παρακάτω καλύβι που συνάντησα στου Παιδεμένου (Χ4, Σ 77α, εικ.31).


Οι εξωτερικές διαστάσεις (5,58 επί 9,88μ.) έχουν μια σχέση χρυσής τομής (1:1,77), η στέγη είναι δίρριχτη, χωρίς ταβάνι φυσικά, και το δάπεδο χωμάτινο. Πρόκειται για περίπτωση συγκατοίκησης ανθρώπου με ζώα. Η κοινή είσοδος βρίσκεται στο μέσον της μακριάς πλευράς, ένα «παραπόρτι» απέναντι, τοιχισμένο τώρα, εξασφάλιζε διαμπερή κίνηση. imageΗ εγκάρσια κίνηση διαιρούσε νοητά την «περιοχή της φωτιάς» που έμενε η οικογένεια, από την περιοχή του στά­βλου. Η διάκριση των περιοχών γίνεται ακριβέστερη από διαφορά στάθμης ενός αναβαθμού. Ένα κτιστό πεζούλι πλάτους 90 εκατοστών περιτρέχει εσωτε­ρικά τη στενή τυφλή πλευρά και στο μέσον κατασκευάζεται φούρνος. Μπροστά από το σταχτοφούρνι, στο δάπεδο, άναβε η φωτιά, μέριμνα για τον καπνό δεν υπάρχει, φεύγει απ' την αστράχα και τα κενά των κεραμιδιών. Στην άλλη στενή όψη, στον άξονα, κάτω από το κεντρί ανοίγεται φεγγίτης.
Ένα ισόγειο στο Λεσοβίτι (Χ18, Σ13α) τοποθετείται με τον μεγάλο άξονα παράλληλα στις υψομετρικές (σχέδ.18). Οι επιμήκεις αναλογίες του (1:2,4) το κατατάσσουν στις χαμοκέλες. Η στέγη παραμένει δίρριχτη, εσωτερικά αντί για πέτσωμα έχει καλής κατασκευής καλαμωτή (ψαθΐ). Ο διαχωρισμός λειτουρ­γιών γίνεται σαφέστερος: τα ζώα και οι άνθρωποι έχουν ιδιαίτερη είσοδο. Οι πόρτες με χαμηλωμένο τοξωτό υπέρθυρο εντάσσονται συμμετρικά στη μεσημ­βρινή μακριά πλευρά (εικ.32)· imageάλλα ανοίγματα δεν υπάρχουν. Η διάκριση των λειτουργιών εντείνεται περισσότερο από ελαφρύ χώρισμα, χωρίς πόρτα μάλι­στα εσωτερικής επικοινωνίας και το ξύλινο δάπεδο στην περιοχή των ενοίκων.


Ιδίου τύπου, με δύο εισόδους, είναι και μια χαμοκέλα στο Λυκουδέσι (XII, Σ32, σχέδ.19). Πραγματικά δίχωρη με κτιστό χώρισμα, τρίρριχτη στέγη, δύο πα­ράθυρα και τυπικό χτιστό πεζούλι με φούρνο. Η έδρασή της στην ομαλή κατωφέ­ρεια δίνει μια υψομετρική διαφορά ανάμεσα στους δύο χώρους 80 εκατοστά.
Τέλος, ένα νεότερο «τρίχωρο» με ελαφριά χωρίσματα καλύβι, πάλι στου Παιδεμένου (Χ4, Σ 49), το δείχνω όχι γιατί διασώζει κάποια «αρχαϊκά» γνω­ρίσματα που ενδιαφέρουν, αλλά γιατί το βρήκα να κατοικείται από επταμελή οικογένεια (σχέδ.20).


Μακρινάρια Κοντοβουνίων
2,0 χλμ. ανατολικά του χωριού Μαργέλι, στη θέση Καραμίτσα329, εκεί που ο δρόμος κάμπτεται νότια, βρίσκεται μια μεταβυζαντινή εκκλησία της Παναγίας. Ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου εντοπίζεται ένα σημαντικό λιθόκτιστο ανωγοκάτωγο ημιερειπωμένο, υπερβολικά στενόμακρο κτίριο (αναλογίες 1:4,73), εξωτερικών διαστάσεων 5,50 επί 26,00 μ. (εικ.33). Ένας ντόπιος που είχε χτήματα εκεί διαβεβαίωσε ότι το μικροτοπωνύμιο λέγεται «Κελιά». Η πληροφορία επαληθεύεται από τα έγραφα της εκκλησιαστικής περιουσίας:


Εις τό χωρίον Πολένα είναι ναός της Παναγίας και έχει χωράφια στρέ-ματα 15 είναι και χαλασμέναις μέσα και εξω 26 και εις αύτοϋ χωρίον το σύνορον είναι ναός της Παναγίας και ονομάζεται Καραμνήτζα, και είναι μετόχη τον Άνδρίον μοναστηρίου330.
Και παρακάτω που απαριθμούνται τα κτήματα του Ανδρομονάστηρου δια­βάζουμε:
...και την άλλη μερέα τον πόταμου της Βελίκας. όπον είναι περιοχήν της Μοθώνης. και σύνορον τον χωρίον Πολένας. "Εχει εκκλησία και είναι ναός της Παναγίας, και ονομάζεται Καραμνήτζα. Εκεί έχει και χωρά­φια ζενγαρίον 1 και ελίαις ρίζαις 24 και σνκηαίς 633λ.
Πουθενά όμως δεν αναφέρεται κτίριο και μάλιστα κελιά στο μετόχι της Καραμίτζας. Άρα, θα κτίσθηκε μέσα στον 18ο αιώνα και θα καταστράφηκε σε κά­ποια από τις περιπέτειες του τόπου, πιθανώς από τον Ιμπραήμ ή κατά την επα­νάσταση του 1770.
Το ενδιαφέρον στα Κελιά εντοπίζεται στην αυστηρότητα του πρισματικού όγκου, τις επιμήκεις αναλογίες, την ξύλινη στέγη, τα τοξωτά ανοίγματα, το εν γένει φρουριακό ύφος με τις πολεμίστρες. Χαρακτηριστικά που συναντάμε δη­λαδή σε κτίρια της τουρκοκρατίας και μάλιστα «πριν από την επικράτηση της μορφολογίας της πλαισιωτής ξυλοκατασκευής στον όροφο»332. Μια ομάδα σπι­τιών στα Κοντοβουνία, αναμφίβολα η πιο ενδιαφέρουσα, συγκεντρώνει κάποια από τα παραπάνω γνωρίσματα. Είναι αυτά που ονομάσαμε «προεπαναστατικά μακρινάρια»333 ή μακριναρίκια334 σύμφωνα με το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα335.
Σε κάθε ένα από καμιά δεκαριά χωριά: Ποταμιά, Παιδεμένου, Μάλη, Πάνω Λεντεκαδα, Ραφτόπουλου, Ασούτενα, Σελά, Ζαγάρενα, Σαρακηνάδα και Μπαρμπόπλου (Βαριμπόπη)336, υπάρχει τουλάχιστον ένα, σπανίως περισσότε­ρα, σπίτια που ενσωματώνουν κάποια απ' τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Γε­νικά μπορούμε να τα αναγάγουμε στην όψιμη τουρκοκρατία. Δύο μάλιστα, έχουν εγχάρακτες χρονολογίες που τα τοποθετούν στις δύο τελευταίες δεκαε­τίες πριν την επανάσταση. Συγκεκριμένα: 1807 το παράδειγμα στου Σελά και 1812 στου Παιδεμένου337. Η προφορική παράδοση από την άλλη, θέλει τα σπί­τια της Ποταμιάς και της Μάλης να τα κατοικεί Τούρκος αγάς.
Τα προεπαναστατικά μακριναρίκια των Κοντοβουνίων, ανήκουν στον τύπο του ελεύθερου στον χώρο επιμήκους παραλληλεπίπεδου κτιρίου που αναπτύσσε­ται σε δύο επίπεδα. Δηλαδή κατώι και ανώι. Η καθ' ύψος λειτουργική διάκριση γίνεται σαφής: διαμονή, φαγητό και ύπνος της οικογένειας στον κυρίως χώρο του ανωγίου· αποθήκη, στάβλος και λοιπές βοηθητικές λειτουργίες στο κατώι. Η θέση τους στον χώρο είναι χαρακτηριστική, βρίσκονται στις παρυφές ή στο υψη­λότερο σημείο των οικισμών. Διατάσσονται με τον μεγάλο άξονα πάντοτε κάθε­το στις υψομετρικές καμπύλες. Για να αποφευχθεί το κόστος εκσκαφής στα βρα­χώδη γενικά εδάφη, το κατώι περιορίζεται στο μισό της κάτοψης του ανωγείου, έχουμε μ' άλλα λόγια ημιανωγοκάτωγους τύπους (ημιδιώροφα). Οι εξωτερικές διαστάσεις των ορθογωνίων έχουν πλάτος από 5,00-5,50 μ. και μήκος από 11,00-12,25 μ. (σχέδ.22). Το μέσο μικτό εμβαδόν στα ανώγια είναι 61 τετραγωνικά μ. Αν αφαιρέσουμε τα πάχη των τοίχων που κυμαίνονται από 60-70 εκατοστά, προκύπτει καθαρή ωφέλιμη επιφάνεια 42 τετραγωνικών μ. Οι αναλογίες των πλευρών έχουν μια σχέση 1:2,05 που φτάνει το 1:2,44 και μέση αναλογία 1:2,18 (πίν.21).

Οι στέγες κατασκευάζονται ξύλινες, πάντα τρίρριχτες, κεραμοσκεπείς ή καλυμμένες με πλάκες. Η προσπέλαση στο ανώι γίνεται με πέτρινη εξωτερική κλίμακα προσκολλημένη στην κύρια μακριά πλευρά. Καταλήγει σε μεγάλων δια­στάσεων (3,0 επί 4,0μ.) «ηλιακό» που φέρεται σε ημικυλινδρικό θόλο.
Η θύρα εισόδου από τον ηλιακό στο ανώι με συρταρωτή αμπάρα, ανοίγεται στο μέσο της μακριάς πλευράς. Η θέση της ορίζει αυτόματα στο κτίριο κύρια πλατυμέτωπη πρόσοψη και δευτερεύουσα στο πίσω μέρος. Αντίστοιχα, η τοπο­θέτηση στο κεκλιμένο έδαφος, διακρίνει: «κύρια στενή» όψη στην κλήση, και στενή τυφλή αυτή με το κεντρί, εκεί που το σπίτι βυθίζεται στο έδαφος. Έχουμε λοιπόν πολυμέτωπα κτίρια. Η «κύρια πλατιά» πλευρά βρίσκεται προσανατο­λισμένη, σχεδόν πάντοτε, στο νοτιοανατολικό τεταρτημόριο. Κατά συνέπεια, η καλή στενή όψη βλέπει βορειοανατολικά ή νοτιοδυτικά, ανάλογα με τον γενικό προσανατολισμό, στη θέα και τον οικισμό (σχέδ.23).
Το εσωτερικό του ανωγείου μπορεί να είναι δίχωρο, όπως στην Ποταμιά (σχέδ.24) ή να παραμένει αδιαίρετο μονόχωρο όπως στη Μάλη. Τα στοιχεία του πεζουλιού με τον εσωτερικό φούρνο (εικ.49), το παραπόρτι και την οργάνωση του χώρου σε δύο περιοχές που είδαμε στο μονόχωρο καλύβι του Παιδεμένου διατηρούνται και εδώ. Επάνω από την επιφάνεια που αντιστοιχεί στο κατώι κατακευάζεται ξύλινο πάτωμα, το τελευταίο δομικό στοιχείο ονοματοδοτεί τον επίση­μο χώρο του σπιτιού που εκτός από «πάτωμα» λέγεται και σάλα. Η τελευταία φω­τίζεται από ένα, συνήθως δύο, μικρά παράθυρα της «κύριας στενής» πλευράς, που αγναντεύουν τη θέα, και άλλα τόσα που ανοίγονται στις μακριές πλευρές. Απένα­ντι, στην «περιοχή της φωτιάς», το δάπεδο μένει χωμάτινο. Αυτό, μαζί με τη διαμόρφωση του τοίχου που καταλήγει σε κεντρί, αποτελούσαν ηθελημένα μέτρα παραδοσιακής πυροπροστασίας. Στους τοίχους, που εσωτερικά επιχρίονται με ασβεστοκονίαμα, ανοίγονται χρηστικές κόγχες, ισλαμικού ενίοτε επηρεασμού.


Στον μικρό υπόθολο ισόγειο χώρο κάτω απ' τον ηλιακό, αποθηκεύουν ξύλα ή δένουν το χοιρινό, οπότε και τον ονομάζουν κουμάσι. Ακριβώς παράπλευρα ανοίγεται η πόρτα του κατωγιού με διευρυμένο πλάτος για να χωράνε τα μεγάλα ζώα. Το κατώι είναι περιορισμένο, σκοτεινό και χαμηλό. Στο μακρινάρι της Ποταμιάς ανοίγονται πέντε ορθογώνιες οπές στο ύψος του ματιού σαν πολεμίστρες. Στα παλιότερα παραδείγματα απουσιάζει ο ποταμός στο πάτωμα, τα εγκάρσια πατόξυλα το πολύ 5,50 μέτρων πακτώνονται στους τοίχους κατά το κτίσιμο και προβάλλουν στις όψεις. Ίδιο πλάτος έχουμε και στα Κελιά της Καραμίτσας. Να, λοιπόν, που χρειάζεται να θυμηθούμε τις «τραβέρσες» του Γραδενίγου.
Το μοναδικό συνθετικό στοιχείο που διασκεδάζει τον απέριττο και συμπα­γή πρισματικό όγκο του προεπαναστατικού μακριναριού είναι ο ηλιακός. Το πιο επιβλητικό όμως που τα διακρίνει μορφολογικά είναι το ύφος της «κύριας στενής» όψης. Με τις υψηλές αναλογίες και το ένα αξονικό ή το συμμετρικό ζεύγος, των μικρών τοξωτών παραθύρων στον όροφο. Στα ανοίγματα και μά­λιστα στα ανώφλια εξαντλείται και η όποια διακοσμητική διάθεση. Τα ημικυκλικά υπέρθυρα αποτελούνται από δύο ή σπανιότερα έναν μονολιθικό επιμε­λώς πελεκημένο ασβεστόλιθο. Έχουν το μέτωπο σε μικρή υποχώρηση, τα περι­βάλλει είτε λίθινη οδοντωτή ταινία (εικ.51-52) είτε απλή στενή σειρά από λί­θους ή πλίνθους.
Ειδικά οι θύρες έχουν στο τόξο εγχάρακτα ζιγκ-ζαγκ338 και τις περιβάλλει δεύτερο επάλληλο ανακουφιστικό τόξο, που μορφώνεται από λίθινους θολίτες στους οποίους παρεμβάλλονται ερυθροί πλίνθοι (εικ.48). Στις εσωτερικές όψεις των ανοιγμάτων κατασκευάζεται σε υψηλότερη στάθμη χαμηλωμένο τόξο που μπορεί να δημιουργεί ανοιχτή κόγχη με την προσθήκη οριζοντίου σανιδώματος (εικ.50).


Ίδιας μορφής σπίτια συνάντησα στα Σουλιμοχώρια: στο Ανω Ψάρι και τουλάχιστον πέντε στο Πάνω Σουλιμά (εικ. 53-55). Επίσης τα είδα στην Πολιανή, στην Καρδαμύλη και στο Πραστείο της Μάνης- εκεί σώζεται και το πα­λιότερο ενεπίγραφο απ' όσα ξέρω με χρονολογία 1704339. Τέτοια θα ήταν και τα σπίτια που είδε ο Τζελεμπή στην Αρκαδία. Δημοσιευμένα παραδείγματα περισσότερο ή λιγότερο εντυπωσιακά, βρίσκουμε στην Ανδρίτσαινα340, τη Βρόστενα Αιγιαλείας341, τα Καλάβρυτα342, το Στράτο Αιτωλοακαρνανίας343, το Σούλι της Ηπείρου344, την Καμενίτσα και το Γαρδίκι της Αλβανίας345 και αλλού346. Ήταν προφανώς αρκετά διαδεδομένα.
Για πολλούς έχουν μεσαιωνική καταγωγή347. Μία σύγκριση εδώ με τους λε­γόμενους «πύργους», όπως αυτός της Πολιανής (εικ.56-57), τις οχυρές δηλαδή κατοικίες της Πελοποννήσου, τη θεωρώ αυτονόητη. Ουσιαστικά πρόκειται για τον ίδιο τύπο σπιτιού: όταν κυριαρχεί στον όγκο η έννοια του ύψους μιλάμε για «πύργο», ενώ όταν κυριαρχεί το μήκος, για «μακριναρι». Οι πύργοι στην Τουρκοκρατία ήταν πολύ διαδεδομένοι, και μόνο από το τοπωνυμικό της Κα­λαμάτας για παράδειγμα, μπορούμε να εξάγουμε 25 αναφορές σε ιδιωτικούς πύργους348. imageΤο θέμα των πύργων ανέσυρε στην επιφάνεια η σπουδαία μελέτη του Ιορδάνη Δημακόπουλου, στην οποία ο συγγρ. αντιμετωπίζει επιτυχώς, νο­μίζω, τα θέματα καταγωγής και συνέχειας349. Το μόνο που επισημαίνω είναι να θυμίσω τον τρόπο μέσω του οποίου γεννιούνται και εξελίσσονται οι μορφές: από τις απλούστερες στις σύνθετες, από το μακριναρι στον πύργο.
Μακρινάρια με τοξωτά ανοίγματα εξακολουθούν να χτίζονται τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Το διαπιστώνουμε σε ενεπίγραφο του 1838 στο Ραφτόπουλο (εικ.58-59) ή σ' ένα υπέρθυρο του 1841 στο Κλωνί (εικ. 60). Με την έναρξη της εντατικής ανοικοδόμησης η τοξωτή μορφή εγκαταλείπεται. Αντιθέτως ο κτιριολογικός τύπος του προεπαναστατικού μακριναριού θα αποτελέσει το «αρχέτυπο» πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το καινούριο κτιριακό περιβάλλον, αυτό που αποκαλύπτεται σήμερα μπροστά μας όταν επισκεπτόμα­στε τα χωριά των Κοντοβουνίων.



Παναγιωτόπουλος Αναστάσιος
Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά & Κοντοβουνίων οικιστικά"

Αναδημοσιεύετε από το ιστολόγιο dimos-pylou-nestoros.gr

Σημειώσεις:
246.Σ. Λάμπρος, Απογραφή τοΰ νομού Μεθώνης επί Βενετών, ΑΙΕΕ, τ. 2 (1885), σσ. 698-706· Δ. Πετρόπουλος, Χωριά και κωμοπόλεις τοΰ άλλοτε νομού Μεθώνης, ΠελΠρωτ, τ. 5 (1961), σσ. 58-63· Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σσ. 226-227.
247.Ντόκος, Εκκλησιαστική περιουσία (όπ. σημ. 77α), BNJ, τ. 21, σσ. 124-125, 129-130, 134-135, 165-168 και τ. 22, σσ. 315, 342-343, 346-347, 349-350, 369, 371, 373.
248. Το παλαιομονάστηρο στη Χαμαρίτζα δεν το έχω σημειώσει στον χάρτη του 1700, πιθανώς όμως να ήταν στην θέση Καμάρι που υπάρχει και νερό, 800 μ. Δ του χωριού σε υψόμετρο 952 μ., βλ. φύλλο ΦΙΛΙΑΤΡΑ 1:50.000 της ΓΥΣ· G-McD, αρ. 2453 (σ. 144).
249. Ντόκος, Εκκλησιαστική περιουσία (όπ. σημ. 77α), BNJ, τ. 21, σσ. 165-166.
250. Αυτόθι, BNJ, τ.22, σ.347. Με βάση το πιο πάνω κείμενο που μας πληροφορεί για την ύπαρξη εκκλησίας του Αγίου Αιμιλιανού, με το μάλλον σπάνιο αγιώνυμο, έγινε δυνατή η τοποθέ­τηση στον χάρτη 8 του χωριού Λαγκάδα (Χ31). Την ταύτιση χρωστάω σε χωρικούς του χωριού Χαλβάτσου (Χ 29) οι οποίοι και μου υπέδειξαν τη θέση του ναού.
251.Γριτσόπουλος, Εκκλησία Πελοποννήσου (όκ. σημ. 38), σ.541.
252.Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σσ. 250-251, 257-258, 262, 265-266· ο ίδιος, Ή Βενετική απογραφή της Πελοποννήσου τοϋ 1700, Πρακτικά τοϋ Α ' ΛΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 6), τ. 1 (1976-1978), σσ. 203-216.
253.P. Pacifico, Breve descrizione corografica del Peloponneso o' Morea..., Βενετία 21704, σσ. 125, 127, 131· Κριμπάς, Ένετοκρατουμένη Πελοπόννησος (όπ. σημ. 227), σσ. 340, 343, 345-346.
254.Κ. Ντόκος, Breve descrittione del regno di Morea. Αφηγηματική ιστορική πηγή ή επίση­μο βενετικό έγγραφο της Β' Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο; Έωα και Έσπέρια, τ. 1 (1993), σσ. 110-112, 115.
254α. Την πληροφορία οφείλω στον κύριο Jack Davis.
255.Γενικότερα για το έργο της Expedition Scientifique de Moree [= ESM], βλ. τα άρθρα δια­φόρων μελετητών στο Σαΐτας, Μάνη, Μαρτυρίες για το χώρο (όπ. σημ. 112), σσ. 327-588.
256.Βλ. Παραπάνω, σ. 14 σημ. 31 και 32. Ο Πουκεβίλ αναφέρει στα Κοντοβούνια και τα χω­ριά Daoudaga = Νταούταγα (μεταξύ Βιδίσοβας και Μπλεμενιάνων, η θέση του είναι άγνωστη), Che'mou (Μύρου) και Alimaki (Αλιμάκι) που δεν αναφέρει η ESM, παραλείπει όμως τον Καζά της Ανδρούσης.
257.Α. Μηλιαράκης, Καταγραφή τοϋ Μορέως, ΠελΠρωτ, τ. 6 (1962), σ. 318.
258.ΓΔΠΕ, τ. 1Α (1973), σσ. 119-120.
259. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 165 χάρτης 6· ΜΜΕ, χάρτης 5-9- Λά­μπρος, Απογραφή Μεθώνης (όπ. σημ. 246), πίν. 7.
260. Σακελλαρίου, Πελοπόννησος (όπ. σημ. 30), σσ. 106-108, 255-259· Γενική Έφημερίς της Ελλάδος τον έτους 1828 (ανατ. Αθήνα 1987), αρ. 27 (σ. 111)· Α. Κυρκίνη-Κούτουλα, Η Οθωμανική διοίκηση στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Πελοποννήσου (1715-1821), Αθήνα 1996· στην σ. 22 ανα­φέρεται η εμφάνιση του καζά των Εμπλακίων το 1786.
261. Στην ήδη δοσμένη βιβλιογραφία, να προστεθεί: ΓΔΠΕ, τ. 1Α (1973), σσ. 32-34,41 (1829), τ. 1Β (1974), σσ. 97-297 σποραδικά (1879-1907)· Μ. Φερέτος (επιμ.), Μεσσηνιακά 1969-70, Αθήνα 1972, σσ. 447 (1830), 330, 456, 443, 294, 270 (1846)· Σ. Λουκάτος, Πολιτειογραφικά Κορώνης, Με­θώνης και Νεοκάστρου, 1830, Πρακτικά του Β ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 10), 1984, σσ. 216, 219 σημ. 1· Μ. Χουλιαράκης, Εξελίξεις τοϋ πληθυσμού των αγρο­τικών περιοχών της Ελλάδος, 1920-1981, Αθήνα 1988, σσ. 202-212, 522-527· ΚΕΔΚΕ, Στοιχεία συ­στάσεως και εξελίξεως τών δήμων και κοινοτήτων. Νομός Μεσσηνίας, τ. 35, Αθήνα 1962 (απογρα­φές 1920-1951)· ΕΣΥΕ, Πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφή της 17ης Μαρ­τίου 1991, Αθήνα 1994, σσ. 179-185- Α. Παναγούλιας, Διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξη της Μεσσηνίας (1689-1991), Μεσσηνιακά Χρονικά, τ. 1 (1999), σσ. 384-438.
262. ΓΔΠΕ, τ. 1Β (1974), σσ. 293-297.
263. Στις κλίμακες μεγέθους ακολουθώ τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σσ. 207-215, όπου εξετάζει το territorio της Καρύταινας.
264.Το δίκτυο των μοναστηριών περιελάμβανε στην περιοχή της Χριστιανουπόλεως τις εξής μονές: της Θεοτόκου Κατζημιγάδας (5 ιερωμένοι), τοϋ Τιμίου Προδρόμου εν τω Μυγκφ (4 ιερωμέ­νοι και 3 υπηρέτες) και τα παλαιομονάστηρα της Άγιας Μαρήνης Ραφτόπουλου, τοϋ Αγίου Νικήτα Σελά και τοϋ Σωτήρος Χριστού Βαριμπόπης, βλ. Ντόκος, Εκκλησιαστική περιουσία (όπ. σημ. 77α), BNJ, τ. 21, σσ. 149, 151, 165, 167, 168. Στην περιοχή της Ανδρούσης υπήρχαν οι μονές: τοϋ Αγίου Γεωργίου στο Σαπρίκι (6 ιερωμένοι και 3 δόκιμοι), τό 'Ανδρών μοναστήρι της Αγίας Μεταμορφώ­σεως (9 ιερωμένοι και 3 δόκιμοι) και τοϋ Άγιου Ιωάννου τοϋ Θεολόγου στου Χαλβάτσου (γυναι­κείο), BNJ, τ. 21, σσ. 124, 125 και τ. 22, σ. 347, 349, 368-373. Για το τελευταίο, βλ. Τ. Γριτσόπουλος, "Ιχνη διακοσμήσεως τοϋ Ναοϋ τοϋ Αγίου Ιωάννου στό Κεφαλόβρυσο (Χαλβάτσο) Μεσσηνίας, Πρακτικά τοϋ Γ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 18), 1991, σσ. 42-48.
265.Από τα 80 χωριά που σημειώνω στον χάρτη του 1700, τα 29 έχουν από 21-50 κατοίκους (ποσο­στό 36,3%), τα 25: 51-100 (31,3%) και τα 12: 101-200 κατ. (15,0%). Το 1829 σημειώνω 88 χωριά, από τα οποία τα 32 έχουν 51-100 κατ. (36,4%), τα 22: 21-50 (25,0%) και τα 19: 101-200 κατ. (21,6%). Το 1907 υπήρχαν 91 οικισμοί, οι 42 με 201-500 κατ. (46,2%), 24: 101-200 (26,4%) και 10:501-1.000 κατ. (11,0%).
266.Το 1699 απαντά ως τοπωνύμιο στο χωριό Βαριπόμπη: Εις τοϋ Μαλίκη ομοίως, βλ. Ντό­κος, Εκκλησιαστική περιουσία (όπ. σημ. 77α), BNJ, τ. 21, σ. 168.
266α. Δ. Ψυχογιός, Συμβολή στη μελέτη των δημογραφικών φαινομένων του 19ου αιώνα, στο βιβλίο του: Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί. Οικονομία και οικογένεια στην αγροτική Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 21995, σσ. 133 κ.εξ.· Β. Παναγιωτόπουλος, 'Αγροτική έξοδος και σχηματι­σμός της εργατικής δύναμης στην ελληνική πόλη, στο ΕΜΝΕ, Νεοελληνική Πόλη. 'Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, Αθήνα 1985, τ. 2, σσ. 521-531.
267. Τα XX 2, 3, 7, 8, 12 έχουν εγκαταλειφθεί οριστικά· στο εγγύς μέλλον την ίδια τύχη θα έχουν και τα XX 10, 11, 18,23,27,30,41.
268. Βλ. παραπάνω σ. 39 σημ. 176.
269. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 184 πίν. 22.
270. Βαγιακάκος, Κυπαρισσίας ονοματολογικά (όπ. σημ. 97), σσ. 269-270.
271. Το 1833 συνεστήθη νομός Μεσσηνίας με έδρα την Αρκαδία, το 1845 η έδρα μετατίθεται στην Καλαμάτα. Το 1899 ο νομός διαιρέθηκε στους νομούς Τριφυλίας (επαρχίες Τριφυλίας και Ολυμπίας) και Μεσσηνίας. Το 1909 καταργείται ο νόμος Τριφυλίας και απορροφάται από αυτόν της Μεσσηνίας (έδρα η Καλαμάτα), ενώ το 1939 αποσπάται από τον τελευταίο, εκτός από επτά κοινότητες (Απανωχώρια), η επαρχία Ολυμπίας προς χάριν του νομού Ηλείας. Βλ. ΚΕΔΚΕ, Νομός Μεσσηνίας (όπ. σημ. 261), σσ. 5-6.
272.Ο σεισμός του 1886 ευθύνεται για την κατάρρευση του τρούλου και του νοτίου τοίχου της Αγια-Σωτήρας Χριστιανού, 'Ορλάνδος, Εκκλησία Μεταμορφώσεως (όπ. σημ. 117), σ. 16. Ο σει­σμός της 22ας Ιανουαρίου 1899 που έπληξε την Κυπαρισσία και τα χωριά στα ΒΔ Κοντοβούνια κατέστρεψε 245 σπίτια και 275 κατέστησε ετοιμόρροπα, Γαλανόπουλος, Σεισμική γεωγραφία (όπου σημ. 19), σ. 52· Ν. Άμβραζής και Π. Παντελοπούλου, Σεισμοί της Νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, 'Ιθώμη, τεύχ. 35-36 (1993), σσ. 140-141 και σ. 144 σχέδ. 3.
272α. Οι συντάκτες, για παράδειγμα, της ESM αποδίδουν την ερήμωση των χωριών που απο­γράφουν από τα πρώην βιλαέτια Κορώνης και Μεθώνης στα γεγονότα του 1770, ΓΔΠΕ, τ. 1Α (1973), σσ. 38, 40. Για τα Ορλοφικά βλ. Σακελλαρίου, Πελοπόννησος (όπ. σημ. 30), σσ. 162-206· Τ. Γριτσόπουλος, Τά "Ορλοφικά. Ή εν Πελοποννήσω έπανάστασις τοϋ 1770 και τα επακόλουθα αυτής, Αθήνα 1967. Ο Ιμπραήμ από το 1825 μέχρι το 1828 χρησιμοποιούσε ως βάση του τα μεσση­νιακά φρούρια (Μεθώνης, Κορώνης και Νεόκαστρο Πύλου) έτσι, η Τριφυλία και η Μεσσηνία δει­νοπάθησαν όσο καμιά, συγκριτικά με άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, Γρηγοριάδης, Άλήθειαι (όπ. σημ. 24), σσ. 219, 222· Ί. Γιανναροπούλου, Ή Μεσσηνία ολίγον πρό τής αναχωρήσεως τοϋ 'Ιμπραήμ, Πρακτικά τοϋ Α ' Τοπικοϋ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 5), 1978, σσ. 289-304. Βλ. και γράμματα σταλμένα στον Κολοκοτρώνη στις 23 Μαΐου 1825, τρεις μέρες δηλαδή μετά από τη γνωστή μάχη που έγινε ανάμεσα στο Μανιάκι (Χ 22) και του Παιδεμένου (Χ 4), Τσέ-λαλης, Επιδρομή Μπραΐμη (όπ. σημ. 21), σσ. 171-179. Ως τόποι σύλληψης από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ αναφέρονται αρκετά από τα χωριά μας σε καταλόγους αιχμαλώτων των ΓΑΚ (XX 8, 9, 11, 20,22, 25), Ά. Μπαλτάς, Πύλιοι αιχμάλωτοι τοϋ Ιμπραήμ στά μεγάλα χρόνια τοϋ αγώνα τής εθνικής μας ανεξαρτησίας, Ιθώμη, τεύχ. 35-36 (1993), σσ. 25-36· ο ίδιος, Τριφύλιοι αιχμάλωτοι του Ιμπραήμ στα μεγάλα χρόνια του αγώνα της εθνικής μας ανεξαρτησίας, Τριφυλιακή Εστία, τεύχ. 93 (1996), σσ. 3-31. Γενικά για τις ενέργειες του Ιμπραήμ, βλ. Κ. Κοτσώνης, Ό Ιμπραήμ στην Πελο­πόννησο, Αθήνα 1999. Η Αντωνιάδη-Μπιμπίκου, Ερημωμένα χωριά (όπ. σημ. 147), σ. 223 και Προβλήματα Ιστορίας (όπ. σημ. 24), σ. 129, καταγράφει 101 χωριά στον νομό Μεσσηνίας ερημω­μένα πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Τέλος πρέπει να αναφέρω ότι στα χρόνια της κατοχής οι Γερμανοί έκαψαν τον Αϊτό και το Αληκοντούζι (Χ 5).
273.Η χρήση παρωχημένου χρόνου όταν αναφερόμαστε σε ορεινά χωριά είναι πιο συμβατή,
αφού εννοεί τον χρόνο ακμής τους.
273α. Να πως διατυπώνεται σ' ένα έμμετρο λαϊκό στιχούργημα, που και σήμερα ακούγεται, η έλλειψη λαδιού σε δέκα χωριά των Κοντοβουνίων: «Πάνου-Κάτου Βούτενα/ Μάκρενα κι' Ασούτε-να/ Τριπύλα, Λυκουδέσι/ Σελά, Καλογερέσι/ Δάρα, Λεντεκάδα/ το λαδικό δε βγάνει στάλα». Πρβλ. Χ. Κωνσταντινόπουλος, ΟΙ παραδοσιακοί χτίστες τής Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 88 αρ. 28: «Ραφτόπουλο και Ντάρα/ Κλωνί και Λεντεκάδα/τό ρόί δέ βγάνει στάλα!».
274. Έ. Μπιμπίκου-Άντωνιάδη, Τστορικά προβλήματα τής Κοινότητας Χωρίου κατά τή βυζα­
ντινή καί τή μεταβυζαντινή περίοδο, στο Προβλήματα 'Ιστορίας (όπ. σημ. 24), σσ. 139-167· Δ. Ζα-
κυθηνός, Ή Τουρκοκρατία. Εισαγωγή εις την νεωτέραν ίστορίαν τοϋ ελληνισμού, Αθήνα 1957, σσ.
31-36, κυρίως σ. 34- Σακελλαρίου, Πελοπόννησος (όπ. σημ. 30), σσ. 87-89.
275. Η μεγαλύτερη είναι η κοιλάδα της Τριπύλης, την οποία διαρρέει από νότια προς βόρεια σε μήκος οκτώ χλμ. ο χείμαρρος της Αρκαδίας.
276. Ακόμη και αν υπήρχαν μόνο τα θεμέλια. Χρησιμοποίησα χάρτες της ΓΥΣ κλίμακας 1: 5.000, ελέγχοντας τον χώρο επί τόπου. Όσα κτίσματα ευρίσκονταν σε απόσταση μικρότερη ή ίση των 200 μ. από τα ακραία κτίσματα του δομημένου χώρου τα έχω συμπεριλάβει στον συνολικό αριθμό.
277. Βλ. παραπάνω σ. 13 σημ. 24.
278. Για να ορίσω τον «δομημένο χώρο», χρησιμοποίησα τις κλειστές νοητές καμπύλες που εφάπτονται στα ακραία κτίσματα ενώ μια απόσταση γειτνίασης 50 μ. επιλέχτηκε για να είναι συ­γκρίσιμα τα αποτελέσματα. Τα εμβαδά υπολογίστηκαν γραφικά (πίν. 11).
279. Ύπαρξη τρεχούμενου νερού, ασφάλεια, καλλιεργήσιμες εκτάσεις, βοσκοτόπια, θέα, από­σταση από στάσιμα νερά (ελονοσία), ευήνεμο, απάγκιο κ.λπ. Πρβλ. Γ. Λάββας, Βυζαντινή οικι­στική και Μεταβυζαντινή συνέχεια, ΒΜ, τ. 2 (1990), σσ. 45-64· ο ίδιος, Βυζαντινό οικοδομικό δί­καιο και παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική, ΒΜ, τ. 4 (1992), σσ. 37-49.
280. Αλλά μέσα από μια διεπιστημονική συνεργασία με αρχαιολόγους, ιστορικούς της δημο­γραφίας και της οικονομίας, λαογράφους, κοινωνικούς ανθρωπολόγους κ.λπ.
281. Ακόμη μεγαλύτεροι οικισμοί με ιστορική μάλιστα παρουσία, όπως η Αρκαδία, ο Αετός και η Λιγούδιστα, έχουν νερά με αντίστοιχη ικανότητα για 187, 114 και 48 εκτάρια, βλ. ΜΜΕ, χάρ­τη 3-6.
282. Κισκύρας, Ύδρογεωλογικές παρατηρήσεις (όπ. σημ. 14), σ. 76.
283.Κυριακίδου-Νέστορος, Μελετήματα Ι (όπ. σημ. 48), σσ. 30, 53. Θέτοντας στον χάρτη όλα τα τοπωνύμια που αποδίδονται σε ένα χωριό, μπορούμε να χαράξουμε την «μεγάλη περίμετρο».
284.Ή αντίστοιχα κυκλικό, επίμηκες, ασύμμετρο, Δ. Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαο­γραφία, Αθήνα 41992, σ. 163· Μπιμπίκου-Αντωνιάδη, προβλήματα Χωρίου (όπ. σημ. 274), σ. 146.
285.Λ. Μπαρδάκος και Α. Τότσικας, Παραδοσιακές Κρήνες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1989.
286. G-McD, αρ. 4740 (σ. 195) και 6007 (σ. 224). Η μεσαιωνική λέξη «ρούγα» σήμαινε πλάτωμα μέσα στο χωριό και κατ' επέκταση την συνοικία ή γειτονιά.
287. Πατριαρχία και ανδροπατροτοπική εγκατάσταση των νέων ζευγαριών, τάση δηλαδή για σύνθετα νοικοκυριά βλ. Ψυχογιός, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί (όπ. σημ. 266α), κυρίως σσ. 97 κ.εζ.
288. Κυριακίδου-Νέστορος, Μελετήματα Ι (όπ. σημ. 48), σσ. 30-34.
289. Α. Λαγόπουλος, Ο ουρανός πάνω στη γη. Τελετουργίες καθαγίασης του ελληνικού παρα­δοσιακού οικισμού και προέλευση τους, Αθήνα 2003- ο ίδιος, Ο θρησκευτικός συμβολισμός της βυ­ζαντινής πόλης, Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχ. 64 (1997), σσ. 73-74- ο ίδιος, Ανθρωπολογία του χώρου: «Ζώσιμο» και «σταύρωμα» του χωριού στην Ελλάδα, στο Χ. Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός, Λαογραφία και Ιστορία, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 84-93. Πρβλ. Γ. Δημητροκάλλης, Θρησκειολογικές και λαογραφικές παρατηρήσεις στην πολεοδομική διάρθρωση Θρακικών οικισμών, στο ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ, Γ' Συ­μπόσιο Λαογραφίας τοΰ βορειοελλαδικού χώρου, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 199-231.
290. Στυλιανού, Μουζάκι, Μαργέλι και Κάτω Λεντεκάδας.
291. 429 από τα 741 δηλαδή το 57,9%, βλ. πίν 11.
292. 'Ορλάνδος, Συμπληρωματικοί παρατηρήσεις (όπ. σημ. 211), σσ. 78-80.
293. Ά. Πετρονώτης, Αρκαδία, ΕΠΑ, τ. 4 (1990), σσ. 239-240· Χ. Κωνσταντινόπουλος, Η μα­θητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου, Αθήνα 1987- ο ίδιος, Παραδοσιακοί χτί­στες (όπ. σημ. 273α). Πολλοί Λαγκαδινοί χτίστες εγκαταστάθηκαν στην πεδινή Μεσσηνία: στα Φι­λιατρά (Ράλληδες και Σταματόπουλοι), στους Γαργαλιάνους (Μαλλιαραίοι), στον Πύργο Τριφυλίας (ο Γεώργιος Μακρής με το παρατσούκλι «Τσιμεντάκιας»), στη Χώρα και το Μουζάκι (Πλαγαίοι), στο Βλαχόπουλο (Βασίλης Τσαούσης) και αλλού, αυτόθι, σ. 125 σημ. 281. Τους Μουσταφαμπασαίους (Μουσταφάμπασα =1871 Αριστομένης) ονομάζουν «Λαγκαδιανούς» γιατί «είναι αποικοι από τά Λαγκάδια της Γορτυνίας», Δ. Κρεκούκιας, Περιπαίγματα χωρίων Γορτυνίας, Πρακτικά τοϋ Α' Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών, Παρ. στα Πελ, τ. 12 (1977), σ. 231. Και οι Ηπειρώτες όμως δεν ήταν άγνωστοι. Ο Ν. Μουτσόπουλος, Οι πρόδρομοι των πρώτων Ελλήνων τεχνικών επιστημόνων, Κουδαραΐοι, Μακεδόνες και Ηπειρώτες μάίστορες, στο TEE, Πρώτοι Έλληνες τε­χνικοί επιστήμονες περιόδου απελευθέρωσης, σ. 450 σημ. 31, επισημαίνει δράση κουδαρέων μα­στόρων στην Επάνω Κυπαρισσία. Χτίστες, με περιορισμένη όμως κινητικότητα, έβγαζε και η Μά­νη, βλ. Ά. Πετρονώτης, Μανιάτες Μαστόροι. Τοπικά οικοδομικά εργαστήρια νεοελληνικής παρα­δοσιακής αρχιτεκτονικής στην Πελοπόννησο, ΑΣ, τ. 5 (1980), σσ. 168-187· Κ. Κοτσώνης, Μετά τόν Μυστρά οί λαϊκοί κτίστες και αγιογράφοι στή νότια Πελοπόννησο και ιδιαίτερα στή Μάνη, Πρα­κτικά τοϋ Έκτακτου Πνευματικού Συμποσίου, Από την φωτεινή Κληρονομιά τοϋ Μυστρά στην Τουρκοκρατία (= Πελ. Παρ. 16), Αθήνα 1990, σσ. 178-192· Μ. Κάσσης, Οί περτοφάοι τής Μάνης και ή προσφορά τους στή μανιάτικη λαϊκή αρχιτεκτονική, ΑΣ, τ. 5 (1980), σσ. 377-384.
294.Χ 2 (1881), Χ 3 (1874), Χ 4 (1899), Χ 5 (1907), Χ 6 (1881), Χ 9 (1864/ 1875/ 1909), Χ 10 (1870), Χ 15 (1887), Χ 16 (1862), Χ 17 (1899/ 1900).
295.Οι ερευνητές Αμερικανοί, στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, βρήκαν αντίστοιχα την πλειονό­τητα των λαξευμένων χρονολογιών να συγκεντρώνεται στις δεκαετίες 1880, 1890 και 1900, Η. Foster, Αρχιτεκτονική των χωριών του Μορέα, στο Cooper, Σπίτια Μορέα (όπ. σημ. 216), σσ. 136-137.
296.Μαριολόπουλος, Κλίμα (όπ. σημ. 16), σ. 81· Γ. Πλουμίδης, Γεωγραφία τής 'Ιστορίας τοϋ νεοελληνικού χώρου, Αθήνα 21984, σ. 33.
297.Βλ. Α. Δημητσάντου-Κρεμέζη, Το καμαρόσπιτο της Αττικής, Αθήνα 1986, σσ. 200-201 πίν. 1ε.
298.Ανάλογα με το ποσοστό πρόσμιξης του συνδετικού κονιάματος σε χώμα και ασβέστη {χω-ρύδι), βρίσκουμε τέσσερα χτισίματα τοιχοποιίας: ξερολιθιά (άνευ κονιάματος), λασποτοίχι (μόνο χώμα), καραμπίνα (χώμα και ασβέστης) και μπινά (μόνο ασβέστης).
299.«Φύλαμαι απ' το νερό να σε φυλάξ' απ' το σεισμό», λέγει κατά ένα δημώδες πελοποννη­σιακό λόγιο η προσωποποιημένη πλίθα σ' αυτόν που την «έκοβε», την έλιαζε και μετά την έχτιζε. Τους Χωραίτες επειδή κατασκεύαζαν και έμεναν σε πλίθινα σπίτια τους ονομάζουν περιπαικτικά «Λασπίτες», όπως επίσης και τους Λαγκαδιανούς, για το επάγγελμα τους. Ο Κρεκούκιας, Περι­παίγματα (όπ. σημ. 293), σ. 231, ωστόσο γράφει: «Χωραίτες Λασπϊτες, διά τήν σύστασιν τοϋ εδά­φους των».
300.Γ. Σταθόπουλος, Αρχιτεκτονικές παρατηρήσεις στον πρωτοελλαδικό οικισμό τής Βοϊδοκοιλιάς, Πρακτικά τοϋ Β ' Τοπικοϋ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 10), 1984, σσ. 69-73
301.Δ. Λούπης, Εβλιά Τσελεμπί, 'Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671), Αθήνα 1994, σ. 55· Θ. Κωστάκης, Ο Evliya £elebi στην Πελοπόννησο, Πελ, τ. 14 (1981), σ. 258.
302.«...Τα καλύτερα βρίσκονται στο Ναύπλιο, στο Μυστρά και στη Κόρινθο. Δεν είναι περισ­σότερα από τρία αυτά που αξίζουν το όνομα 'σεράγιο' όπως αποκαλούν τα παλάτια». Randolph, Present state (όπ. σημ. 25), σ. 19· Bernard Randolph, Ό Μοριάς στα χρόνια τής Τουρκοκρατίας (1671-1679), μτφρ. Β. Ματσινόπουλος, Τριφυλιακή Εστία, τεύχ. 26-27 (1979), σσ. 117-118· Σιμό-πουλος, Ταξιδιώτες (όπ. σημ. 112), τ. 1 (81994), σσ. 683-685· Δημακόπουλος, Πύργοι (όπ. σημ. 204), σ. 304 σημ. 2.
303.Λάμπρος,Έκθεσις Γραδενίγου (όπ.σημ.196), σ.235·Τσελίκας, Μεταφράσεις Γ(όπ.σημ.196), σ.39.
304.Το ενετικό πόδι (piede) = 0,348 μ. υποδιαιρείται σε 12 ίντσες (oncie), ενώ 5 piedi = 1 βήμα (passo) = 1,74μ., βλ. Ί. Στεριώτου, "Ενας διάλογος σχετικός μέ τήν κατασκευή των φρουρίων (fortezze), Ανάτυπο από την Επιστημονική Επετηρίδα τής Πολυτεχνικής Σχολής τοϋ Αριστοτε­λείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τ. 6Β (1974), σσ. 113-114 σημ. 2· η ίδια, Giulio Savorgano, 25 κανόνες τεχνικής στη σχεδίαση και στην κατασκευή των φρουρίων, στο ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΤΕΧΝΟ­ΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΤΒΑ, Τεχνογνωσία στη Αατινοκρατούμενη Ελλάδα, Αθήνα 2000, σσ. 131, 134
305.Πρβλ. Κρεμέζη, Καμαρόσπιτο (όπ. σημ. 297), σσ. 30-32.
306.Τ. Γριτσόπουλος, Το εν Βενετία Άρχείον Grimani καθ' δσον άφορα εις την Πελοπόννη-σον, Πελ, τ. 7 (1969-1970), σσ. 396-399. Για τα βενετικά κτηματολόγια βλ. Κ. Ντόκος και Γ. Πανα-γόπουλος, Το Βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, σσ. xxiv-lix.
307.Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σσ. 75, 78-79. Πιο συγκεκριμένα, από δημοσιευμένο υλικό για τρία πεδινά χωριά του Φαναριού: Agolinizza (Αγουλινίτσα = 1927 Επιτάλιον), Zagoriani (Ζαγορούνι) και Alupocori (Αλουποχώρι =1912 Αγρίδι), από τα 85 σπίτια που είχαν και τα τρία μαζί τα 7 ήταν λιθόκτιστα και οι 78 αχυροκαλύβες, βλ. Σ. 'Αντωνιάδη, Συμβολή στην ιστορία της Πελοποννήσου κατά τον 17ον αιώνα, Χαριστήριον εις Αναστάσιον Κ. Όρλάνδον, τ. 3, Αθήνα 1966, σσ. 157-158. Στο territorio της Καλαμάτας από τα 20 χωριά που καταγράφονται μόνο δυο είχαν σπίτια από άχυρα (case di paglia): το Sprocoma (Ασπρόχωμα), 20 σπίτια με κεραμίδια (case di copi) και 20 με άχυρα, και το Sulanaga (Ασλάναγα = 1928 Μεσοποταμιά, 1929 Αρις), 22 με κεραμίδια και 78 με άχυρα, βλ. Β. Μπόμπου-Σταμάτη, Συμβολή στην Ιστορία της Καλαμάτας γύρω στά 1700, Πρα­κτικά τον Α ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 5), 1978, σσ. 263-267.
308.To Catastico ordinano (συνοπτικό) του 1700 και το Catastico particolare (αναλυτικό) του 1704, βλ. Ε. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα. Οικιστικά μεγέ­θη και κατανομή της γης, Αθήνα 2002.
309.Στο ίδιο, σσ. 84-86, 95-97.
310.Ε. Λιάτα, Αργεία γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι, τέλη 17ου αρχές 19ου αιώνα, Αθήνα 2003, σσ. 26-27,42, 109, 114-115 πίν. 3.
311.Leake, Ταξίδι (όπ. σημ. 33), σ. 254, γράφει ακόμη ότι τα σπίτια της Τριπολιτσάς «είναι κτισμένα μέ χωματοπλιθιά σάν των άλλων πόλεων τοϋ Μοριά», αυτόθι, σ. 257. Επίσης ότι η Γα­στούνη είναι πλιθόκτιστη, αραιοκατοικημένη και ανθυγιεινή. Περιγράφει ακόμη το πλιθόχτιστο σπίτι του καλύτερου νοικοκύρη στο χωριό Φοινίκη, βλ. Σιμόπουλος, Ταξιδιώτες (όπ. σημ. 112), τ. 3Α(51997), σσ. 347, 353.
312. «Σε κάθε χωριουδάκι (Aianni, Anemodhuri) υπάρχει ένα πέτρινο σπίτι. Οι υπόλοιπες κα­τοικίες είναι αχυρένιες καλύβες σε σχήμα όμοιο μιας μεγάλης ωοειδούς τέντας (oval tent): ένας με­γάλος ορθοστάτης στο μέσον υποστηρίζει την στέγη, η οποία γέρνει προς τα μέσα τρία με τέσσερα πόδια από το έδαφος, όπου ένας τοίχος του αυτού ύψους, φτιαγμένος από εύκαμπτα κλαριά λυγα­ριάς που συμπλέκονται με όρθιους ράβδους, σχηματίζει το υπόλοιπο της κατασκευής», W. Leake, Travels in the Morea, τ. 2, Λονδίνο 1830 (ανατ. Άμστερνταμ 1968), σ. 91· Σιμόπουλος, Ταξιδιώτες (όπ. σημ. 112), τ. 3Α (51997), σ. 374· Δημακόπουλος, Πύργοι (όπ. σημ. 204), σ. 294 σημ. 2. Για τα χω­ριά, βλ. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 346 αρ. 170 και σσ. 368-369 αρ. 202.
313. «Νά λοιπόν άπό τι αποτελείται ή κατοικία αυτών των βοσκών. Ένας φράκτης φτιαγμένος από αγκαθωτά κλαδιά πλεγμένα και στερεωμένα σε πασσάλους βυθισμένους στή γή σχηματίζει έναν αρκετά μεγάλο περίβολο. Στο κέντρο του υπάρχουν πολλές καλύβες πού αποτελούνται άπό τέσσερα μικρά δέντρα ύψους περίπου δέκα ποδών, απογυμνωμένα άπό τά κλαδιά τους, μπηγμένα κάθετα στο έδαφος και καλυμμένα άπό μία απλή σκεπή μέ φύλλα φοινικιάς. Κάτω άπό αυτήν τή σκεπή κατασκευάζουν ένα δεύτερο επίπεδο χρησιμοποιώντας σανίδες ενωμένες στίς παραστάδες μέ κλιματίδες. Και αυτή ή επιφάνεια είναι καλυμμένη από ξερά φύλλα καί προβιές αρνιών και χρη­σιμεύει γιά κρεββάτι στους βοσκούς· βρίσκουν εκεί καταφύγειο άπό τις βροχές καί τά θανατηφόρα ερπετά. Αυτό τό εναέριο δωμάτιο φυλάγεται άπό τήν πλευρά τοϋ άνεμου μέ μία απλή ψάθα.», Βε-λισσαρίου, Castellan (όπ. σημ. 199), σ. 320.
314. Δ. Ζήβας, 'Αρχιτεκτονικά Σύμμικτα, Αθήνα 1976, σσ. 103-134.
315. Δ. Γεωργακάς, Δραγάτης και παράγωγα, Πελ, τ. 1 (1956), σσ. 459-461.
316. Οι μικρές ισόγειες καλύβες στη Ζάκυνθο ονομάζονται «φραγκιάτες», Ζήβας, Σύμμικτα (όπ. σημ. 314), σ. 103 σημ. 1.
317. Κρεμέζη, Καμαρόσπιτο (όπ. σημ. 297), σ. 25 σημ. 1.
318. Μέγας, Ελληνική Οικία (όπ. σημ. 74), σ. 96.
319. Στο ίδιο, σσ. 96-97.
320. Δ. Λουκόπουλος, Αίτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί, Αθήνα 1925 (ανατ. 1984), σσ. 37-39.
321. McDonald, Coulson και Rosser, Nichoria (όπ. σημ. 115), σ. 438 εικ. 2-6 και σ. 443 εικ. 2-33/34/35· Κ. Κουρεμένος, Σαρακατσάνοι, ΕΠΑ, τ. 5 (1988), σσ. 241-264· R. Anguelova, Βουλγαρία, Βαλκανική Παραδοσιακή 'Αρχιτεκτονική, Αθήνα 1993 [= ΒΠΑ], σ. 88 εικ. 5.
322. Ο Α. Rapoport, Ανώνυμη αρχιτεκτονική και πολιτιστικοί παράγοντες, μτφρ. Δ. Φιλιππίδης, Αθήνα 1976, προβάλλει ως κρίσιμους παράγοντες κυρίως ή μόνο τους κοινωνικοπολιτιστικούς.
323. Πετρονώτης, 'Αρκαδία (όπ. σημ. 293), σ. 195.
324. Τ. Μόσχος και Λ. Μόσχου, Παλαιομανιάτικα, Οι Βυζαντινοί αγροτικοί οικισμοί της Λακωνικής Μάνης, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, 14Α (1981), σσ. 3-29· Γ. Σαΐτας, Μάνη, ΕΠΑ, τ. 5 (1988), σσ. 52-56· ο ίδιος, Όρθόλιθοι στή Μέσα Μάνη, Πρακτικά τον Α ' Τοπικού Συνε­δρίου Λακωνικών Μελετών (= Πελ. Παρ. 9), 1982-83, σσ. 151-168- Χ. Καλλιγά, Ή εξέλιξη των οικισμών στή Μάνη, στο Δουμάνης και Oliver, Οικισμοί (όπ. σημ. 110), σσ. 120-121· Ν. Μουτσόπουλος και Γ. Δημητροκάλλης, Τά μεγαλιθικά μνημεία της Μάνης, Πρακτικά τοϋ Α ' ΑΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 6), τ. 2 (1976-78), σσ. 135-169- οι ίδιοι, Νεώτερες έρευνες στά μεγαλιθικά μνημεία της Μάνης, ΑΣ, τ. 5 (1980), σσ. 385-390· L. Moschou, Μιά αγροτική περιοχή της ανατολικής Λακω­νικής Μάνης, JOB, τ. 32/4 (1982), σσ. 639-656.
325. Γ. Κίζης, Πηλιορείτικη οίκοδομία. Ή αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο από τον 17ο στον 19ο αιώνα, Αθήνα 1994, σσ. 60-65.
326. Κ. Παπαϊωάννου, Α. Δημητσάντου-Κρεμέζη και Μ. Φινέ, Το Παραδοσιακό σπίτι στο Αι­γαίο. Η γενική αρχιτεκτονική διάρθρωση του και η τυπολογία της μέσα από αντιπροσωπευτικά σχέδια, Αθήνα 2001, σσ. 232-233, 236-237 και πίν. 3-1, 3-20.
327. Α. Θεοδοσίου και Α. Πήττα, Οικισμοί, Αρχιτεκτονική Ακάμα, Λευκωσία 1996, σ. 75.
328. P. Thomo, L'architecture rurale albanaise, ses types et leur diffusion, Πεπραγμένα ICOMOS (όπ. σημ. 41), σσ. 312 και 317 πίν. 4-1.
329. G-McD, αρ. 2611 (σ. 148).
330. Ντόκος, Εκκλησιαστική περιουσία (όπ. σημ. 77α), BNJ, τ. 22, σ. 347.
331. Στο ίδιο, τ. 22, σ. 369, πρβλ. τ. 21, σ. 135 και τ. 22, σσ. 350, 371.
332. Μπούρας, Κατοικίες και οικισμοί (όπ. σημ. 110), σ. 48.
333. Ο όρος μακρινάρι και μακρινάρια δεν αναφέρεται μόνο στα στενόμακρα σπίτια αλλά και σε χωράφια με αντίστοιχες αναλογίες γι' αυτό και απαντάται σαν τοπωνύμιο, βλ. G-McD, αρ. 4333-3α (σ. 186)· Χ. Κωνσταντινόπουλος, Τό τοπωνυμικό της Γλανιτσιας (Μυγδαλιάς) Γορτυνίας, Γορτυνιακά, τ. 2 (1978), σ. 147 αρ. 201.
334. «μακρυλαρίκι άνωκάτωγο» γράφει ο Λουκόπουλος, Αίτωλικαί οικήσεις (όπ.σημ.320), σσ.47-48.
335. Ελάχιστα είναι τα δημοσιεύματα που γνωρίζω για το θέμα, βλ. Φ. Λίτσας, Συμβολή εις τήν μελέτην τον Τριφυλιακοΰ γλωσσικού Ιδιώματος (Πάθη φωνηέντων), Αθήνα 1968· Α. Τζαμαλή, Ό ιδιωματικός λόγος στην επαρχία Μεσσήνης, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 24), τ. 3 (2001-2002), σσ. 351-359· η ίδια, Διαλεκτικά φαινόμενα από τήν περιοχή της ορεινής Πυλίας, Μεσσηνια­κά Χρονικά, τ. 2 (2000-2002), σσ. 530-536.
336. Βλ. πίν. 21 και εικ. 34-47.
337. Ο παπα-Ίωάννης Σταυριανόπουλος, Τό χωριό μου Παιδεμένου, νϋν Φλεσιάς, Αθήνα 1970, σ. 35, διαβάζει στο αγκωνάρι: 1803.
338. Γνωστό διακοσμητικό θέμα στην τουρκοκρατία, πρβλ. Β. Χριστόπουλος, 'Αχαΐα, ΕΠΑ, τ. 4 (1990), σ. 38 εικ. 56· Cooper, Σπίτια Μορέα (όπ. σημ. 216), σ. 160· Δημητροκάλλης, "Αγνωστοι Ναοί(όπ. σημ. 117), τ. 1 (1990), σσ. 44,50.
339. Σαΐτας, Μάνη (όπ. σημ. 324), σ. 71 εικ. 44.
340.Χ. Μπούρας, Ή προσφορά τοϋ 'Αναστάσιου 'Ορλάνδου στή μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτο­νικής, στο Αναστάσιος 'Ορλάνδος, ό άνθρωπος και το έργον του, Αθήνα 1978, σσ. 590-591.
341.Δ. Πάλλας, Μεσαιωνικά και νεώτερα μνημεία. Παλαιόν άρχοντικόν εις Βρόστενα Αιγια­λείας, ΑΔ, τ. 16, Κείμενον (1962), σσ. 145-147 και Πίνακες: πίν. 124.
342.Χριστόπουλος, Αχαΐα (όπ. σημ. 338), σ. 30 εικ. 38· Δ. Βέρρας, Τό αρχοντικό τής Παλαιο-λογίνας στά Καλάβρυτα, Πρακτικά τοϋ Β' Τοπικού Συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 11), 1986, σσ. 273-292 και πίν. 18-24.
343.Κ. Παπαϊωάννου, Η παραδοσιακή αγροτική αρχιτεκτονική της Αιτωλοακαρνανίας, Ανά­τυπο από τα Πρακτικά του Α ' αρχαιολογικού και ιστορικού συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας, Αθή­να 1991,σ.538 και πίν. 99.
344.Λ. Πολίτη, Το Σούλι της Ηπείρου. Οι οικισμοί και η ιστορία τους, Αθήνα 1992· Β. Ψιμού-λη, Σούλι και Σουλιώτες, Αθήνα 1998, σσ. 189-193.
345.Ν. Μουτσόπουλος, Παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Μακεδονίας (15ος-19ος αιώνας), Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 15-17· Ε. R\zav.a\, P. Thomo, 'Αλβανία, ΒΠΑ, σσ. 21-23.
346.Μπούρας, Κατοικίες καί οικισμοί (όπ. σημ. 110), σσ. 48-49.






Printfriendly