.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Μεσαιωνικές δεξαμενές της Μεσσηνίας


Οι υδροδεξαμενές, υδατοσυλλέκτες ή κινστέρνες αποτελούν κατασκευαστικές παραλλαγές παρόμοιων χρηστικών λειτουργιών της λαϊκής, κοσμικής αρχιτεκτονικής. Μολονότι κοινότατες, η αρχαιολογική και ανασκαφική έρευνα λίγο έχει συμβάλλει στην τυπολογική τους διαφοροποίηση, στην αποσαφήνιση της τεχνολογικής τους εξέλιξης και στον ρόλο τους στη διαμόρφωση της οικιστικής τοπογραφίας. Επιπλέον, καθώς οι κατασκευές συγκέντρωσης των υδάτων δεν ανήκουν στη μνημειακή αρχιτεκτονική, πολύ λίγα δείγματα έχουν τελικώς διασωθεί ενώ στην πλειονότητά τους βρίσκονται σε ερειπιώδη κατάσταση ή καλυμμένες από άναρχη βλάστηση.
Υδροδεξαμενές βρίσκονται διάσπαρτες στην ύπαιθρο χώρα των μεσσηνιακών οικισμών, συνήθως σε περιοχές άλλοτε έντονης αγροτικής δραστηριότητας αλλά πολύ περισσότερο εντός περιβόλων κάστρων, ελεύθερες ή στο ισόγειο πύργων, ή σε μικρή απόσταση από καθολικά μοναστηριών και ναούς. Κύρια χρηστική τους λειτουργία αποτελούσε η εξασφάλιση απρόσκοπτης προμήθειας πόσιμου νερού ή η αξιοποίησή του για σκοπούς άρδευσης. Σε αντίθεση με την ταπεινή, συνήθως, και ελάχιστα δαπανηρή κατασκευή τους, η προς επιλογή θέση τους αποτελούσε αντικείμενο προσεκτικού σχεδιασμού, προγραμματισμού και παρατήρησης εδαφολογικών και περιβαλλοντικών συνθηκών.
Υπέργειες κτιστές, ή σκαμμένες κάτω από το επίπεδο του εδάφους, ή λαξευμένες σε φυσικό βράχο, συνιστούν μεμονωμένα κτίσματα ή τμήματα σύνθετου δικτύου ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο συγκεντρωνόταν και διοχετευόταν το νερό –είτε δηλ. μέσω της συλλογής των ομβρίων, είτε μέσω τεχνικά κατευθυνόμενης παροχής από κοντινό υδροφόρο ορίζοντα. Τυπολογικά διαχωρίζονται σε κτίσματα απλά, μικρά και καμαροσκεπή και σε πιο φιλόδοξες κατασκευές, μεγαλύτερων διαστάσεων και με ποικιλία στις επιλογές της στήριξης του εσωτερικού τους. 
Όλα τα παραδείγματα της Μεσσηνίας πιθανολογείται πως αποτελούσαν «κλειστές» κατασκευές με καλυμμένη οροφή, απ’ όσον είναι δυνατόν να εκτιμηθεί, αφού στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι θόλοι και οι καμάρες έχουν τμηματικά ή ολοκληρωτικά καταπέσει.
Τεχνικά, παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά κατασκευής όπως την επίχριση των εσωτερικών τοιχωμάτων τους με υδραυλικό κονίαμα που εξασφάλιζε την στεγανότητά τους, το τετράπλευρο, συνήθως, ή αποστρογγυλεμένο στόμιο άντλησης του νερού, οριζόμενο και ως οπαίο, και ενίοτε, τους ενδομημένους στην τοιχοποιία αγωγούς μεταφοράς των υδάτων σε άλλες δεξαμενές ή φρεάτια. Στις περισσότερες δεξαμενές διακρίνονται ίχνη από τις σκαλότρυπες, σε πυκνή και τακτική διάταξη. Ένας ελαφρώς προεξέχων αναβαθμός περιτρέχει την εσωτερική λεκάνη της δεξαμενής, στο ύψος περίπου της επίστρωσης με κονίαμα, πιθανόν μάρτυρας του ξυλότυπου της καμάρας που θα στέγαζε τη δεξαμενή. Η τοιχοποιία, αμελής αργολιθοδομή, σπάνια παραλλάσσεται σε πιο επιμελημένο κτίσιμο, συνήθως στα τμήματα στήριξης της καμαροσκέπαστης οροφής.
Μια από τις καλύτερα σωζόμενες περιπτώσεις υδατοδεξαμενών, η οποία διασώζει εν μέρει και το υπόγειο δίκτυο μεταφοράς των υδάτων, εντοπίζεται σε πολύ κοντινή απόσταση από τον ναό της Ζωοδόχου Πηγής Σαμαρίνας, του 12ου αι., και πιθανόν συσχετίζεται με την λειτουργία του ως καθολικό μοναστηριού (εικ.1,2,3). Το κύριο τμήμα της αποτελείται από έναν ορθογώνιο καμαροσκέπαστο χώρο, ο οποίος καλύπτεται εσωτερικά, σχεδόν κατά το ήμισυ, με υδραυλικό κονίαμα. Η κατασκευή δεν είναι αυτόνομη καθώς στα ανατολικά προσκολλάται άλλος λιθόκτιστος ορθογώνιος χώρος, από τον οποίο, ενδομημένος αγωγός, μετέφερε υπογείως τα ύδατα σε άλλα φρεάτια. Δεν έχει εντοπιστεί πηγή από όπου θα δρομολογούνταν η πορεία του νερού γι’ αυτό εκτιμάται πως η δεξαμενή αξιοποιούσε όμβρια ύδατα.



Στο κοντινής απόστασης καθολικό της μονής Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, γνωστού ως «Ανδρομονάστηρο» και ίδιας εποχής περίπου με το καθολικό της Σαμαρίνας, το ανατολικό τμήμα του νότιου παρεκκλησίου είναι κτισμένο πάνω από υδραυλική εγκατάσταση συγκέντρωσης νερού από φυσική πηγή –λειτουργώντας πιθανόν ως αγίασμα.
Δεξαμενές συλλογής ομβρίων ήταν απαραίτητες σε κάστρα, καθώς η αυτάρκεια σε νερό στα δυσπρόσιτα σημεία που επιλέγονταν για την διαβίωση της φρουράς αποτελούσε προϋπόθεση της επιβίωσής τους. Συνεπώς, η μέριμνα για την κατασκευή δεξαμενών συμπεριλαμβανόταν στα αναγκαία έργα υποδομής και τον αρχικό σχεδιασμό των οχυρωματικών περιβόλων.
Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν τα φράγκικα κάστρα της «Κρεμπενής» στην Άνω Μέλπεια, με το μοναδικό «ωοειδές» σχήμα (εικ.4), το κάστρο του Λεύκτρου.(εικ.5,6) και το κάστρο στο Πήδημα.(εικ.7)



Σε μεγάλα και πιο σημαντικά κάστρα εντοπίζονται περισσότερες και διευρυμένων διαστάσεων δεξαμενές όπως λ.χ. παρατηρείται στο Παλαιοναβαρίνο της Πύλου (εικ.8).



Η Μεθώνη διασώζει υλικά κατάλοιπα υδρομαστευτικής οργάνωσης επιπέδου άστεως. Διάφορες και διαφορετικών χρονικών περιόδων δεξαμενές σώζονται τόσο εκτός του κάστρου όσο και εντός του οχυρωματικού περιβόλου -αναμφισβήτητα η πιο εντυπωσιακή, σε διαστάσεις και κατασκευή σχήματος Γ, με κάλυψη από οξυκόρυφες καμάρες που στηρίζονται σε σφενδόνια, βρίσκεται μέσα στο κάστρο (εικ.9,10). Στη μνημειακή αυτή δεξαμενή σώζεται στη ΒΔ. γωνία η κλίμακα καθόδου και κατά τμήματα, το κονίαμα στεγανοποίησης. Στην τοιχοποιία έχουν χρησιμοποιηθεί αργοί λίθοι με άτακτη παρεμβολή πλίνθων στα καμαροσκέπαστα τμήματα ενώ επιμελημένα λαξευμένοι λίθοι χρησιμοποιούνται στο κτίσιμο των σφενδονίων. Ασφαλώς, μία τέτοια ιδιαίτερη κατασκευή προοριζόταν για την εξασφάλιση της επιβίωσης ακμαίου πληθυσμού, πιθανόν εγκατεστημένου στη Μεθώνη της Α΄ Βενετοκρατίας (1209- 1500). Στους τοίχους της, άλλωστε, είχε επισημανθεί από μέλος της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στο Μοριά, κατά την περιήγησή του το 1829, χαμένη, σήμερα, λατινική επιγραφή η οποία μνημόνευε τη χρονολογία 1471 και το όνομα ενός Ενετού κατοίκου της πόλης.



Δύο παλαιότερες δεξαμενές, βυζαντινής εποχής, έχουν εντοπιστεί και ανασκαφεί σε θέσεις σε μικρή απόσταση από την πόλη της Μεθώνης, στην αγροτική και μη κατοικημένη θέση Λυκοτόμαρο. Το πρώτο σύνολο κοιλοτήτων συλλογής ομβρίων είναι λαξευμένο στο βράχο και λόγω απουσίας κουρασανιού στο κονίαμα στεγανοποίησης υποστηρίχτηκε ότι πρόκειται για αρχαία κατασκευή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην πρώτη φάση διαμόρφωσή της.(εικ11)
Αντιθέτως, στην πιο ενδιαφέρουσα κτιστή και υπέργεια, αρχικά καμαροσκέπαστη βυζαντινή δεξαμενή, η τοιχοποιία συνίσταται σε αργολιθοδομή με άφθονη χρήση πλίνθων (εικ.12). Το σχήμα της διαμορφώνεται ακανόνιστο τετράπλευρο ενώ οι διαστάσεις της κυμαίνονται από 5,00εκ. μήκος και 3,40/ 3,70εκ. πλάτος με βάθος που φτάνει περίπου το 1,00μ. από το επίπεδο του εδάφους. Πρόκειται για μια απλούστατη υδραυλική εγκατάσταση κτισμένη για την άμεση αντιμετώπιση των αναγκών άρδευσης.



Μοναδικό παράδειγμα στη Μεσσηνία αποτελεί η υπόγεια και μεγάλων διαστάσεων δεξαμενή του κάστρου Κυπαρισσίας. Η εφαρμογή ενός τέτοιου φιλόδοξου σχεδίου κατασκευής δεξαμενής αποτελεί ένδειξη όχι μόνο της σημασίας του κάστρου αλλά και των οικοδομικών και οικονομικών δυνατοτήτων του τοπικού πληθυσμού. Χαρακτηριστικό της μνημειώδους αρχιτεκτονικής της είναι η στήριξη της οροφής εσωτερικά με καμάρες μέσω ογκωδών πεσσών, κτισμένων με καλά λαξευμένους λίθους. Πάνω από το στεγανοποιημένο χώρο της λεκάνης διακρίνεται το κτίσιμο με αργολιθοδομή με την παρεμβολή πλίνθων, όπως και τα πυκνά και συμμετρικά ίχνη από τις σκαλότρυπες. (εικ.13-17).


Ανάλογη υπόγεια, μνημειακής μορφής δεξαμενή σώζεται και στο κάστρο της Κορώνης, η οποία, όμως, παραμένει τελείως ανεξερεύνητη. 
Πέρα από τη μαρτυρία της αρχιτεκτονικής τους μορφής και την αρχαιολογική τους σημασία, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η τυποποιημένη κατασκευή των μεσσηνιακών δεξαμενών υπάκουε, όπως προκύπτει, σε οργανωμένο οικιστικό σχεδιασμό και δεν αποτελούσε πρωτοβουλία τυχαία ή απρογραμμάτιστη. Πολύ περισσότερο συνιστούσε προϋπόθεση ύπαρξης και επιβίωσης κάθε μορφής οικιστικού πυρήνα, από κάστρα μέχρι μοναστήρια. Η ανέγερσή τους δεν διακρινόταν για την αναζήτηση αισθητικών αξιών, δεν απαιτούσε ιδιαίτερη επιδεξιότητα ή μεγάλες δαπάνες παρά μόνο σε πιο σύνθετες περιπτώσεις, όπως λ.χ. στις κτιστές υπόγειες μνημειακές δεξαμενές των κάστρων Κυπαρισσίας και Μεθώνης, ενδεχομένως και Κορώνης, οι οποίες έπρεπε να καλύψουν ανάγκες πολυπληθούς κατοίκησης και πολύμηνης, ενδεχομένως, πολιορκίας
Η λειτουργία τέτοιων υδραυλικών συστημάτων -χωρίς να έχει πλήρως αποκρυπτογραφηθεί και διεξοδικά μελετηθεί- αποκαλύπτει τις επιδέξιες λύσεις που δίνονταν στα πιεστικά προβλήματα υδροδότησης και άρδευσης. Πολύ περισσότερο μαρτυρά το πρακτικό πνεύμα των αγροτικών κοινωνιών της μεσαιωνικής υπαίθρου που με λειτουργικά κτίσματα αξιοποίησαν, με ορθολογιστική διαχείριση, το πλέον ζωτικό για την επιβίωσή τους αγαθό.

Σοφία Γερμανίδου, 26η ΕΒΑ, Καλαμάτα
Μεσαιωνικές δεξαμενές της Μεσσηνία (Προκαταρκτική παρουσίαση)

Σημειώσεις:
1 Βιβλιογραφία για τον ναό παρατίθεται στο ίδιο, 64-66. Για την ανέγερση ναού πάνω σε αγίασμα βλ. και Γκρατζίου 2010, 167.
2 Aναφορές για τις δεξαμενές και το κάστρο: Αndrews 1953, 58-83. Κοντογιάννης 2001, 72-75. Κοντογιάννης- Γρηγοροπούλου 2009, 53-54. Nanetti 2011, 180-219.
Βιβλιογραφία:
Andrews K.²1978- Castles of the Morea, 274 p. American School of Classical Studies at Athens - Gennadeion monographs IV, Princeton.
Antoniou G. P. 2009- Communal rainwater cisterns in the Cyclades-Greece. The case of Chora on Amorgos. In: 2nd IWA Specialized Conference on Water and Wastewater Technologies in Ancient Civilizations, n. p. 2009, Bari.
Antoniou G. P., Xarchakou R., Angelakis A. N. 2006- Water cisterns in Greece from Minoan to Hellenistic Period, In: 1st IWA Specialized Conference on Water and Wastewater Technologies in Ancient Civilizations, p. 457- 462, 2006, Iraklio.
Breuillot M. 2005- Châteaux oubliés de la Messénie médiévale, 313 p. L’Harmattan, Paris
Breuillot M. 2014- L’eau et les châteaux francs de Messénie (Péloponnèse, XIIIe-XVe s.). In: Gautier D. & Mouillebouche H. (Ed.)- Actes du troisième colloque intenational au château de Bellecroix (Chagny), 18-20 octobre 2013, p. 148-161. Éditions du Centre de Castellologie de Bourgogne, Chagny.
Dori E., Velissariou P., Michaelidis M. 2003 – Κάτω Κάστρο. Η πρώτη φάση των ανασκαφών στο Βενετικό φρούριο της Χώρας Άνδρου, 338 p. Ανδριακά Χρονικά 34, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Andros.
Gioles Ν. & Damoulos P. 2012- Οι οχυρώσεις στο Βυζαντινό κάστρο της Μαΐνης στο Τηγάνι της Μέσα Μάνης. In : Καββαδία Α.- Δαμούλος Π. (Ed.) - Η Οχυρωματική αρχιτεκτονική στο Αιγαίο και ο μεσαιωνικός οικισμός Αναβάτου Χίου (Χίος, 26-28 Σεπτεμβρίου 2008) Πρακτικά, p. 187-194. Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α., Chios.
Gratziou O. 2010- Η Κρήτη στην ύστερη μεσαιωνική εποχή. Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Iraklio.
Ioannidou N. 2005- Κάστρο Κυπαρισσίας ή Αρκαδιάς: μία κατασκευή Μεσογειακής νοσταλγίας, Μνημείο & Περιβάλλον n° 9, p. 35-63. University Studio Press, Thessalonike.
Kakouris I. 1978- Μεσαιωνικό κάστρο Κυπαρισσίας, Αρχαιολογικόν Δελτίον 3 n3, Β1, p.108.
Kontogiannis N. 2001- Κάστρο Παλαιού Ναβαρίνου. In: Triposkoufi A. & Tsitouri A. (Ed.)- Venetians and Knights Hospitallers. Military Architecture Networks, p. 72-79. Hellenic Ministry of Culture- Directorate of Byzantine and Postbyzantine Monuments, Athens.
Kontogiannis N. D. & Grigoropoulou I. 2009- Το κάστρο της Μεθώνης, 66p. Hellenic Ministry of Culture- Archaeological Receipts Fund, Athens.
Mays L., Antoniou G. P., Angelakis A.N. 2013- History of Water Cisterns: legacies and Lessons, Water n°5, p. 1916-1940.
Militsi-Kechagia E., Kappas M., Barmparitsa E., Mpouza L. 2015- Andromonastiro of Messinia. Restoration and Display of the Monastic Complex, 79p. Ephorate of Antiquities of Messinia, Kalamata.
Nanetti Α. 2011- Atlante della Messinia veneta (1207-1500). Corone, Modone, Pilos e le loro isole, 336 p. La Mandragora, Imola.
Nikolakaki L. 2004- Cisterns. In: Kalamara P. & Roumeliotis N. (Ed.)- Settlements of Mani- Network of Mani Museums, p. 96-97. Hellenic Ministry of Culture- Directorate of Byzantine and Postbyzantine Antiquities- 5th Ephorate of Byzantine Antiquities, Athens.
Pallas D. 1971- Έρευναι εν Μεθώνη, Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εαιρείας, p. 78-97.
Pallis G. 2011- Μια υδραυλική κατασκευή της πρώιμης βενετικής περιόδου στο Επάνω Κάστρο της Άνδρου και αντίστοιχες εγκαταστάσεις σε μεσαιωνικούς οικισμούς, In: 8ο Επιστημονικό Συμπόσιο Ανασκαφή και Έρευνα, VΙΙΙ: από το ερευνητικό έργο του Τομέα Αρχαιολογίας και Ιστορίας Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών, p. 86- 87.Abstracts, Athens.
Skangou G. 2001- Καστροπολιτεία Μονεμβασίας. In: Triposkoufi A. & Tsitouri A. (Ed.)-Venetians and Knights Hospitallers. Military Architecture Networks, p. 49-53. Hellenic Ministry of Culture- Directorate of Byzantine and Postbyzantine Monuments Athens.
Wilson Α. 2002- Hellenistic and Byzantine Cisterns on Geronisos Island. In: Connelly J.B.& Wilson, A. I. (Ed.)- Hellenistic and Byzantine cisterns on Geronisos Island, p. 269-292. Report of the Department of Antiquities of Cyprus, Nicosia.



Printfriendly