.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Ήρωες της Αρχαίας Μεσσήνης: Το Γυμνάσιο, οι έφηβοι και τα μνημεία


Το Γυμνάσιο, οι έφηβοι και τα μνημεία
Η μακροχρόνια pax romana είχε αναδείξει τη Μεσσήνη, ιδιαίτερα από την εποχή του Αυγούστου και εξής σε πόλη υψηλού κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου. Η αναβίωση του θεσμού της εφηβείας στα χρόνια του Αυγούστου-Τιβερίου και η διατήρησή του ως τον +2ο/ +3ο αι., η ανίδρυση αντιγράφων φημισμένων έργων γλυπτικής στο αναμορφωμένο και επισκευασμένο Γυμνάσιο, όπως του Δορυφόρου του Πολυκλείτου, του Ηρακλή στον τύπο Caserta, του Ερμή και άλλων έργων, η κατασκευή ακόμη του μνημειακού τετρακιόνιου Προπύλου στο βόρειο πέρας της δυτικής στοάς του Γυμνασίου και η ανέγερση του μνημείου των Σαιθιδών έλαβαν χώρα στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Συγκλητικοί, όπως ο Σαιθίδας Καιλιανός στη Μεσσήνη και ο τελευταίος των Εύρυκλειδών συγκλητικός Γάιος Ιούλιος Ηρκλανός στη Σπάρτη, απολάμβαναν μετά θάνατον “ηρωικών” τιμών, ως έκφραση ύψιστου σεβασμού εκ μέρους των συμπολιτών τους. Οι Λακεδαιμόνιοι απέδιδαν τουλάχιστον κάποτε ηρωικές τιμές μόνο στους νεκρούς βασιλείς τους. Αλλά και ευεργέτες, που δεν έφεραν τον τίτλο του συγκλητικού, έχαιραν τιμών ηρωικού χαρακτήρα μετά τον θάνατό τους (Παυσ. 3.3.5 και 3.15.6).
Η παρουσία μιας ολόκληρης σειράς ελληνιστικών ταφικών μνημείων στο Γυμνάσιο της Μεσσήνης, διαφορετικής το καθένα αρχιτεκτονικής μορφής και για διαφορετικό αριθμό ατόμων (το Κ1 για επτά, το Κ2 για τέσσερεις και το Κ3 για οκτώ νεκρούς) αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση, μολονότι η παρουσία Ηρώων-Μαυσωλείων σε Γυμνάσια δεν είναι πρωτόγνωρη (εικ. 64, 65). Η ποικιλομορφία των ταφικών κτισμάτων είναι οπωσδήποτε γενικό χαρακτηριστικό της ελληνιστικής περιόδου και ισχύει για ολόκληρη τη Μεσόγειο.


Η κοινή ανάγκη για τη δημιουργία ενός αξιόλογου αρχιτεκτονικού πλαισίου, όπου θα τελούνταν τα έθιμα ταφής και οι μεταθανάτιες τελετουργίες, δεν οδήγησε σε τυπολογική ομοιογένεια. Πέρα από αυτό η Μεσσήνη είναι η μοναδική πόλη στον ελλαδικό χώρο, στην οποία σώζεται μεγάλος γενικά αριθμός υπέργειων ταφικών μνημείων μέσα στα όρια της περιτειχισμένης πόλης και κατά κύριο λόγο σε σχέση με πολυσύχναστα δημόσια οικοδομήματα, όπως τα συγκροτήματα του Ασκληπιείου και του Γυμνασίου- Σταδίου.
Τα υπέργεια ταφικά μνημεία για παράδειγμα της αρκαδικής Αλίφειρας με σειρές κιβωτιόσχημων τάφων (θηκών) στο εσωτερικό τους είναι από άποψη μορφής τυποποιημένα και βρίσκονται στη νεκρόπολη της πόλης έξω από τα τείχη. Τα συγγενέστερα προς τη Μεσσήνη παραδείγματα πόλεων με ανάλογο ή και μεγαλύτερο αριθμό ταφικών μνημείων εντός των τειχών ήταν η Σπάρτη, ακολουθούμενη από την επίσης δωρική πόλη των Μεγάρων, μόνο πού, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στις πόλεις αυτές δεν έχουν ακόμη έλθει στο φώς τα γνωστά κυρίως από φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες ανάλογα μνημεία. Τα ταφικά μνημεία που έχουν έλθει στο φώς πίσω από τη δυτική στοά του Γυμνασίου της Μεσσήνης ανήκαν σε επιφανείς οικογένειες της πόλης και κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια του -3ου αιώνα. Το μνημείο Κ1 (εικ. 65) είναι πειόσχημο με βαθμιδωτό κρηπίδωμα και υψηλούς ορθοστάτες. Η ελλείπουσα στέψη των ορθοστατών έφερε στην κύρια ανατολική πλευρά ζωφόρο με ανάγλυφη παράσταση ελαφιών, αιλουροειδών, σκύλων και γρυπών που τρέχουν προς τα δεξιά. Πάνω στις δύο προεξέχουσες κεραίες του Π της ίδιας πλευράς εδραζόταν ανά ένα μαρμάρινο σύμπλεγμα λιονταριού που κατασπαράσσει ελάφι (εικ. 66). Ο ταφικός θάλαμος, διαστ. 4.65μ.Χ 2μ., με επτά κιβωτιόσχημους τάφους κάτω από το δάπεδό του, ήταν προσιτός από τα δυτικά μέσω μονόφυλλης λίθινης θύρας. Οι εσωτερικές παρειές του θαλάμου ήταν επιχρισμένες και χρωματισμένες.


Νοτιότερα βρίσκεται το ταφικό μνημείο K2 (εικ. 67) με τέσσερεις τάφους κάτω από το δάπεδό του. Οι μεσαίες καλυπτήριες πλάκες των τάφων φέρουν σιδερένιους κρίκους που διευκόλυναν την ανύψωσή τους. Η μορφή του μνημείου είναι αυτή του μονόχωρου τετράγωνου οίκου εδραζόμενου σε κλιμακωτό πόδιο. Η είσοδός του βρίσκεται στη δυτική πλευρά και είναι έκκεντρη.
Το τρίτο ταφικό μνημείο K3 (εικ. 68) έχει οκτώ κιβωτιόσχημους τάφους συμμετρικά ανά δύο και στροβιληδόν διαταγμένους γύρω από κεντρική τετράγωνη θήκη. Η είσοδός του, που έφραζε με λίθινη θύρα, βρίσκεται στη νότια πλευρά. Το κτίσμα περιβάλλεται από περίβολο κτισμένο με μεγάλες αδρά δουλεμένες πέτρες. Ο πίσω δυτικός στενός χώρος του περιβόλου χρησιμοποιήθηκε για έγχυτρισμούς νηπίων. Τα σωζόμενα άρχιτεκτονικά μέλη της ανωδομής του Κ3 (εικ. 69-71) δείχνουν ότι είχε τη μορφή τετράγωνου θαλάμου (4.80x 4.80μ.) με υψηλή κωνική αμφίκoιλη οροφή, στην κορυφή της οποίας εδραζόταν χάλκινο αγγείο ή φυτικό θέμα, στερεωμένο σε κορινθιακό κιονόκρανο (εικ. 70-71). Η μορφή είναι αδόκιμη για τα ελλαδικά δεδομένα. Συγκρίσιμα παραδείγματα μπορεί να βρει κα νεις γενικώς στην Ανατολή και τη Σικελία. Το πέρας της ανωδομής του τετράγωνου θαλάμου έστεφε ιωνικό επιστύλιο με δύο επάλληλες ταινίες και συμφυές γείσο. Τα ονόματα των νεκρών, γυναικών και ανδρών, βρίσκονται χαραγμένα στο επιστύλιο της ανατολικής πλευράς: 
[------] Επικράτεια, Νικοξένα, Νικίχ[α], [-----]τίνος, Αγησίστρατος, Επικράτ[ης. 
Πάνω σε λιθόπλινθο του ίδιου μνημείου που ήταν τοποθετημένη στα δεξιά της εισόδου, έχουν αναγραφεί τα ονόματα νεώτερων νεκρών: 
Νικήρατε Θέωνος, πρεσβύτερε) χαίρε, Εισοκράτεια Άριστοξένους χαίρε.


Ο Νικήρατος Θέωνος ο πρεσβύτερος, καθώς και ο υπονοούμενος ομώνυμος νεώτερος αδελφός του, ήταν γιοι μάλλον του Τιβερίου Κλαυδίου Θέωνος Νικηράτου, το ενεπίγραφο βάθρο και το μαρμάρινο άγαλμα του οποίου (+1ου αι.) αποκαλύφθηκαν στο δωμάτιο ΙΧ της δυτικής στοάς (εικ.59). Γνωρίζουμε, χάρις σε οικοδομική επιγραφή των χρόνων του Τιβερίου από το Ασκληπιείο, ότι ένας Νικήρατος Θέωνος πρόσφερε χρήματα για την επισκευή του «Βουλείου και της στοάς Νικαίου». Ένας Νικήρατος ήταν επιμελητής της Ουπησίας το έτος +42. Σε λιθόπλινθο της ανωδομής του ίδιου μνημείου Κ3 είναι γραμμένο τόσο το όνομα της Πλεισταρχίας, μητέρας του Διονυσίου και συζύγου του Αριστομένους, όσο και το όνομα του πατέρα της.

 
Τρία τουλάχιστον ακόμη ταφικά κτίσματα βρίσκονται σε σειρά αμέσως νότια από το Κ3. Μία επιτύμβια στήλη πεσμένη μπροστά από το νοτιότερο φέρει χαραγμένα τα ονόματα τεσσάρων νεκρών, δύο ανδρών και δύο γυναικών: 
Θηροκράτης, [Θ]ηριππίδας, Αχαίς, Φιαλίνα. 
Οι πεσσόσχημες στήλες που απολήγουν σε ασβεστολιθικές κυρίως κεφαλές, ανδρικές ή γυναικείες, με υποτυπώδη ή πολύ αδρά χαρακτηριστικά, ενίοτε δύσμορφα δαιμονικού και αποτρόπαιου χαρακτήρα, φαίνεται ότι αποτελούν ένα είδος επιτύμβιων μνημείων τοπικού, καθαρά μεσσηνιακού χαρακτήρα (εικ. 72-75). Είναι χειρωνακτικά στην πλειονότητα δημιουργήματα, που δεν βρίσκουν ακριβή παράλληλα ούτε ως προς τη μορφή ούτε ως προς το περιεχόμενο. Τα περισσότερα τουλάχιστον από αυτά φαίνεται ότι σχετίζονται με συγκεκριμένους νεκρούς, στα ταφικά μνημεία ή στους τάφους των οποίων συνήθως και αποκαλύπτονται.



Ο Θησέας και οι έφηβοι
Η αποκάλυψη του Δορυφόρου στη δυτική στοά του Γυμνασίου της Μεσσήνης (εικ. 33) θέτει εκ νέου το πρόβλημα της ταυτότητας του εικονιζομένου. Είναι γεγονός ότι η γυμνότητα και το μεγαλύτερο του φυσικού μέγεθος δηλώνουν ότι εικονίζεται κάποιος ημίθεος ή ήρωας και όχι κοινός θνητός, νικητής σε αγώνες αθλητής (εικ. 34-38). Ήδη ο Friedrich Hauser είχε υποστηρίξει στις αρχές του αιώνα ότι το έργο αποτελεί παράσταση του Αχιλλέως, άποψη που έτυχε έκτοτε γενικότερης αποδοχής.



Ο Burkhardt Wesenberg αναζήτησε πρόσφατα νέα επιχειρήματα για την αναγνώριση του Δορυφόρου ως Αχιλλέως και πάλι, όχι όμως ως Αχιλλέως πολεμιστού, αλλά ως προσερχόμενου με το δό ρυ στά "άθλα επί Πατρόκλω". Ο Werner Gauer αναζητεί επιχειρή ματα προκειμένου να ερμηνεύσει τον Δορυφόρο ως εικόνα του 'Αργείου ήρωος Ορέστη. Η άποψη του Luighi Beschi ότι ο Δορυ φόρος δεν είκόνιζε συγκεκριμένο πρόσωπο (θεό, ήρωα ή θνητό), αλλά αποτελούσε τον "Κανόνα", δηλαδή το κατεξοχήν παράδειγμα (exemplum) της τέχνης του γλύπτη, εκτεθειμένο σε κοινή θέα έξω από το εργαστήριό του στο Άργος, δεν πείθει. Αδυνατώ επίσης να κατανοήσω, πώς ο Δορυφόρος, αν αποτελεί πράγματι την υλική ενσάρκωση του Κανόνα, "may have been made by Polykleitos for his personal satisfaction, without a proper commission", σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Brunilde Ridgway. Ως exemplum αντιμετωπίζει και ο Paul Zanker το άριστα διατηρημένο άγαλμα του Δορυφόρου από την Παλαίστρα της Πομπηίας (σήμερα στο Μουσείο της Νάπολης), ως παράδειγμα όμως μίμησης για τους αθλούμενους, μία ορθή κατά τη γνώμη μας ερμηνευτική πρόταση, η οποία εντούτοις δεν θίγει καθόλου το πρόβλημα της ταυτότητας. Ο Παυσανίας είδε χωρίς αμφιβολία το άγαλμα του Θησέα κοντά σε αυτά του Ηρακλή και του Ερμή, στον χώρο όπου είχαν μεταφερθεί τον +1ο αι., μετά από τις επισκευές και τις μετατροπές στη διαρρύθμιση των δωματίων, που βρίσκονται κατά μήκος της δυτικής στοάς του Γυμνασίου, καθώς και μετά την κατασκευή του τετρακιόνιου δωρικού Προπύλου στο βόρειο άκρο της στοάς (εικ. 39-40).


Ο φόνος του Μινώταυρου ήταν ο κατεξοχήν άθλος του Αθηναίου ήρωος και ανακτος, ιδιαίτερα σημαντικός για την πόλη της Αθήνας, η οποία τον είχε αναδείξει σε εθνικό της σωτήρα και τον λάτρευε, τουλάχιστον από την εποχή του Σόλωνος και εξής. Στον θεσμό της εφηβείας, τόσο στην Αθήνα όσο και στην παλαιά σύμμαχό της Μεσσήνη, ο μυητικός χαρακτήρας του παιδευτικού "εγκλεισμού" των νέων στα Γυμνάσια (για τρία χρόνια στη Μεσσήνη) και των συναφών διαβατήριων εθίμων είναι δεδομένος, το ίδιο δεδομένη είναι και η σχέση του Θησέα με τους εφήβους. Ο φόνος του Μινώταυρου από τον Θησέα είναι ο άθλος ο οποίος κατά κύριο λόγο συνδέει τον ήρωα με τους νέους και τα έθιμα μύησης, περάσματος δηλαδή από την ηλικία του εφήβου σε εκείνη του άνδρα, ελεύθερου πολίτη και πολεμιστή. Ο Θησέας του Γυμνασίου της Μεσσήνης, ο οποίος υποχρεωτικά σχετιζόταν με τους εκεί ασκουμένους εφήβους, θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να είκονιζόταν ως νικητής μετά τον φόνο του κρητικού τέρατος, καθώς έβγαινε δηλαδή θριαμβευτικά από τον Λαβύρινθο με το δόρυ στον ώμο. Σέ τοιχογραφία από το Ηράκλειο της Καμπανίας, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης (Museo Nazionale αρ. ευρ. 9049), εμφανίζεται ο Θησέας θριαμβευτής μετά τη νίκη του όρθιος μπροστά από την είσοδο του Λαβυρίνθου, κρατώντας με το λυγισμένο αριστερό του χέρι ένα λεπτό ραβδί (είδος ροπάλου που μοιάζει με δόρυ), ακουμπισμένο στον αριστερό ώμο του (εικ. 41). Η παράσταση παρουσιάζει στενή εικονογραφική συγγένεια με τον Δορυφόρο του Πολυκλείτου και ενισχύει την πρότασή μας για αναγνώριση του Δορυφόρου της Μεσσήνης ως Θησέα. 

Πέτρου Γ. Θέμελη
"Ήρωες της Αρχαίας Μεσσήνης.", 2003






Printfriendly