.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2021

Το ιερό του Απόλλωνος Κορύθου στη Λογγά Μεσσηνίας


Το ιστορικό της έρευνας

Το ιερό του Απόλλωνος Κορύθου ή Κορύ(ν)θου είναι ένα από τα παλαιότατα και σημαντικότατα ιερά της Μεσσηνίας1. Από πολλούς δε ερευνητές θεωρείται παμεσσήνιο ιερό. Ήταν σε χρήση από τους γεωμετρικούς έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους2. Βρίσκεται στην παραλιακή ζώνη της νοτιοδυτικής Μεσσηνίας, μεταξύ δύο σημαντικών πόλεων της ύστερης αρχαιότητας, της Ασίνης (σημερινή Κορώνη) και της αρχαίας Κορώνης (σημερινό Πεταλίδι)3.
Περίοπτη θέση στο ιερό, το οποίο ερευνήθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα από τον αρχαιολόγο Φρειδερίκο Βερσάκη, κατείχε ο μνημειακός αρχαϊκός Ναός Γ, διαστάσεων 15,3× 8,04μ.4. Ο ναός, ο οποίος ήταν κατασκευασμένος από πωρόλιθο, αργούς λίθους και πηλό, βρισκόταν στο νότιο άκρο του ιερού. Ήταν δωρικός περίπτερος, με έξι κίονες στις στενές πλευρές και δέκα έξι στις μακρές5. Είχε πρόναο, σηκό, άδυτο και οπισθόδομο και o προσανατολισμός του ήταν Α-Δ. Η οικοδόμησή του ανάγεται στο β΄ μισό του -6ου αι., περίοδο κατά την οποία η Μεσσηνία βρισκόταν υπό λακωνική κατοχή6. Ήταν σε χρήση έως και την κλασική περίοδο, ενώ στο τέλος της αρχαιότητας μετατράπηκε σε τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική.
Σε μικρό βάθος κάτω από τον Ναό Γ αποκαλύφθηκαν τα λίθινα θεμέλια ενός παλαιότερου επιμήκους κτηρίου, το οποίο ο Βερσάκης ονόμασε Δ και για το οποίο πίστευε ότι ήταν το παλαιότερο ναϊκό οικοδόμημα στο ιερό7. Το κτήριο είχε, όπως και ο Ναός Γ, προσανατολισμό Α-Δ, ενώ το τετράπλευρο επίμηκες σχήμα του παραπέμπει, κατά τον ανασκαφέα, στον παλαιότερο ναό του Πρινιά στην Κρήτη8. Μικρό χάλκινο αναθηματικό ειδώλιο γυμνής ανδρικής μορφής με περίαπτο, του -8ου αι., που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας, πιστεύεται ότι προέρχεται από το Κτήριο Δ (εικ.1).


Ανατολικά του Κτηρίου Δ βρέθηκε το πολυσύνθετο Κτήριο Ε, που ο Βερσάκης ταύτισε με ναϊκό οικοδόμημα, ενδεχομένως του -8ου αι.9. Είχε θεμέλια από αργούς λίθους και πηλό και αποτελούνταν από τρεις χώρους, τον προθάλαμο ή προστώο, με κίονες, και δύο διαμερίσματα. Ως προς το σχήμα ομοιάζει με το Τελεστήριο της Ελευσίνας, τον ναό της Αθηνάς στο Σούνιο και τον ναό του Απόλλωνα στη Γόρτυνα Κρήτης10.
Σε μικρή απόσταση βόρεια του αρχαϊκού Ναού Γ εντοπίσθηκαν τα θεμέλια του Κτηρίου Β, το οποίο ο ανασκαφέας ταύτισε με τρίχωρο ναό, που στην πρώτη του φάση ήταν κατασκευασμένος με αργούς λίθους και πηλό, ενώ ο θριγκός του ήταν ξύλινος με πήλινη επένδυση11. Το εσωτερικό του ήταν καλυμμένο με αρχαϊκές κεραμίδες, κάτω από τις οποίες εντοπίστηκε η πλειονότητα των ευρημάτων της ανασκαφής, τα περισσότερα εκ των οποίων αποτελούσαν αναθήματα στο ιερό και χρονολογούνται στους ύστερους αρχαϊκούς και πρώιμους κλασικούς χρόνους12. Νότια του Κτηρίου Β εντοπίσθηκε ο περίβολος του ιερού, ο οποίος είχε είσοδο στην ανατολική πλευρά. Το μεγαλύτερο τμήμα του είχε καταστραφεί από μεταγενέστερα κτήρια, εντός των οποίων εντοπίσθηκε παλαιότερο οικοδομικό υλικό13.
Δυτικά του μικρού τριμερούς Κτηρίου Β αποκαλύφθηκε ο Ναός Α, η ανέγερση του οποίου ανάγεται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους, περίοδο κατά την οποία η Μεσσηνία είχε ήδη απελευθερωθεί από το λακωνικό ζυγό. Ο ναός, ο οποίος σώζει τον στυλοβάτη, ήταν απλός ιωνικός και είχε κατασκευαστεί από σκληρό ασβεστόλιθο14. Έχει εξωτερικές διαστάσεις 11,32× 7,52μ. και τον ίδιο προσανατολισμό με τους Ναούς Β και Γ.
Ήταν σε χρήση έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους και στη συνέχεια μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, εντός του οποίου εντοιχίσθηκε αρχαίο υλικό προερχόμενο κυρίως από τον Ναό Γ15.
Από τον Ναό Α προέρχεται μαρμάρινη κεφαλή αγαλματίου μικρού μεγέθους, αναθήματος στο ιερό, με μεγάλες και βαθιές οπές στην κορυφή για τη στερέωση μεταλλικού επιθήματος, πιθανότατα ενός αρκετά μεγάλου στεφανιού με φύλλωμα16. Η κεφαλή, η οποία με βάση τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά χρονολογείται στον ύστερο 4ο ή στις αρχές του -3ου αι., ίσως προέρχεται από αγαλμάτιο στεφανηφόρου Απόλλωνος ή από αγαλμάτιο γυναικείας μορφής στεφανωμένης με κάποιο εντυπωσιακό στεφάνι. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μία από τις Μούσες, συνοδούς του θεού. Από τον χώρο του ναού προέρχονται επίσης θραύσματα μαρμάρινων αγαλμάτων, καθώς και χάλκινος αστράγαλος17.
Στο ιερό βρέθηκε μεγάλος αριθμός χάλκινων αναθημάτων της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου18, χέρια χάλκινων αγαλμάτων, αντιπροσωπευτικά δείγματα λακωνικής κεραμικής ή ντόπιας με λακωνικές και κορινθιακές επιδράσεις19, αρχιτεκτονικά μέλη, ελάχιστα θραύσματα γλυπτών και νομίσματα. Από τα ανωτέρω αναθήματα ιδιαίτερη αναφορά αξίζει σειρά χάλκινων αγαλματιδίων του 6ου και των αρχών του -5ου αι., από τα οποία ξεχωρίζει ειδώλιο αρχαϊκού κούρου λακωνικού εργαστηρίου (-560/ -550)20, ειδώλιο οπλίτη του β΄ μισού του 6ου αι. π.Χ., το οποίο απηχεί λακωνικές και κορινθιακές επιδράσεις21, καθώς και αγαλματίδια νέων που κάνουν σπονδές στον θεό (τέλη -6ου/ αρχές -5ου αι.) και τα οποία απηχούν επιδράσεις πελοποννησιακών εργαστηρίων22.
Σημαντικό για την ταύτιση του ιερού και του ονόματος του θεού που λατρευόταν σε αυτό είναι ένα ενεπίγραφο μαρμάρινο πεσσόσχημο βάθρο σε σχήμα στήλης των αρχών του -5ου αι., που βρέθηκε εντοιχισμένο στον Ναό Α23. Το κείμενο της επιγραφής αναφέρεται στον Απόλλωνα με το επίθετο Κόρυθος, το οποίο αποδίδει την πολεμική ιδιότητα του θεού24. Εξίσου σημαντική για την ταύτιση του ιερού είναι η επιγραφή σε κίονα του +2ου αι., που βρέθηκε στον Ναό Α και αναφέρει τον θεό Απόλλωνα επίσης με το επίθετο Κόρυνθος25.To επίθετο του θεού Κόρυθος ή Κόριθος, αντί του παραδεδομένου Κόρυνθος, απαντά σε μικρή μαρμάρινη βάση αγάλματος του -2ου/ -1ου αι. με την επιγραφή Σωτηρίδας Ἐράστου Ἀθ[η]ναῖος εὐχὴν Κορίθῳ26. Σημειώνεται επίσης ότι το όνομα Κόρυθος συνδέεται με ήρωες της ελληνικής μυθολογίας, όπως του Πάρη και της Ελένης27, και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται να λατρευόταν αρχικά στον χώρο του ιερού θεότητα με αυτό το όνομα, η λατρεία της οποίας συγχωνεύτηκε αργότερα με αυτή του Απόλλωνα28.
Μετά την ανασκαφή του Βερσάκη το ιερό επιχώθηκε, καθώς μεγάλο τμήμα του (οι Ναοί Γ, Δ, Ε) συνέπιπτε με τα όρια της Οικίας Δρακόπουλου, ενώ τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα, και μόνο τα λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη παρέμειναν στον χώρο (εικ.2).


Νεότερη έρευνα
Το καλοκαίρι του 1998, ογδόντα τρία χρόνια μετά την ανασκαφή του Βερσάκη, η Αρχαιολογική Υπηρεσία διενήργησε, με τη συμμετοχή της γράφουσας, δοκιμαστικές διερευνητικές τομές δυτικά του ιερού. Οι τομές πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο αιτήματος της οικογένειας Δρακόπουλου για ανέγερση οικοδομής στον ευρύτερο χώρο της ιδιοκτησίας της. Κατά τη διάρκεια των διερευνητικών τομών εντοπίσθηκαν, σε βάθος περίπου 0,50- 0,60μ. από την επιφάνεια του εδάφους, τοίχοι από ανισομεγέθεις αργούς λίθους, που ενδεχομένως προέρχονται από μεταγενέστερα βοηθητικά κτίσματα του ιερού (εικ.3)29. 


Η κεραμική από τον χώρο των τομών χρονολογείται κυρίως στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Πήλινοι πεσσίσκοι υπόκαυστων και tegulae mammatae που βρέθηκαν βορειοδυτικά του Ναού Α μαρτυρούν την ύπαρξη ρωμαϊκού βαλανείου στον χώρο του ιερού.
Παράλληλα με τις διενεργηθείσες τομές, καθαρίστηκε ο Ναός Α και ερευνήθηκε η βορειοδυτική πλευρά του, η οποία δεν είχε ανασκαφεί το 1915 λόγω της παρουσίας στη θέση αυτή οικίσκου. Κατά τον καθαρισμό, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 2011 με την εποπτεία της γράφουσας, εντοπίσθηκαν στον σηκό του ναού λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη, ενώ στη ΒΔ πλευρά του βρέθηκε λίθινο λατρευτικό βάθρο και απότμημα χεριού από μαρμάρινο λατρευτικό άγαλμα (εικ.4-7)30.


Στη βόρεια εξωτερική πλευρά του ναού βρέθηκε κεραμοσκεπής ακτέριστη παιδική ταφή των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων31. Μετά το πέρας της ανασκαφής έγινε τοπογραφική και σχεδιαστική αποτύπωση του ναού (σχ.1)32.


Συζήτηση
Το ιερό του Απόλλωνος Κορύθου, που, όπως διαφαίνεται από τα αφιερώματα, ήκμασε κατά τους ύστερους αρχαϊκούς και πρώιμους κλασικούς χρόνους, ήταν ένα ιερό περιοίκων ή ένα ιερό που συνδεόταν άμεσα με πολίτες της Σπάρτης, τουλάχιστον την περίοδο που η Μεσσηνία βρισκόταν υπό λακωνικό έλεγχο. Οι λακωνικές επιρροές είναι, άλλωστε, εμφανείς στην ανευρεθείσα κεραμική και ιδιαίτερα στους αρυβάλλους του -6ου αι., οι οποίοι προέρχονται από λακωνικό εργαστήριο33. Σε λακωνικό εργαστήρι ανήκουν επίσης ορισμένα από τα χάλκινα αναθηματικά αγαλματίδια, καθώς και ο χάλκινος κωδωνίσκος με πόδια, τύπος που απαντά μόνο στη Σπάρτη34. Επίσης, το γεγονός ότι όλες οι αρχαϊκές επιγραφές από το ιερό είναι γραμμένες σε λακωνικό αλφάβητο και σε λακωνική διάλεκτο υποδηλώνει περαιτέρω την άμεση σχέση του με τη Λακωνία, τουλάχιστον κατά την αρχαϊκή και πρώιμη κλασική περίοδο.
Η σχέση αυτή είναι εμφανής στην κατασκευή του αρχαϊκού Ναού Γ και ιδιαίτερα στο μεγάλο μαρμάρινο αναθηματικό κιονόκρανο των μέσων του -6ου αι., που προέρχεται από το πτερό του και βρέθηκε εντοιχισμένο στον Ναό Α (εικ.8)35. Το κιονόκρανο φέρει στο άνω μέρος του άβακα και στο υποτραχήλιο κόσμημα από σχηματοποιημένα φύλλα, όμοιο με αυτό που επιστέφει τα κιονόκρανα και τη στέψη του γείσου στον θρόνο του Απόλλωνα στις Αμύκλες της Σπάρτης36. Επιπρόσθετα, ο πολεμικός χαρακτήρας του θεού, όπως υποδηλώνουν ορισμένα χάλκινα αναθήματα (ειδώλια οπλιτών, αιχμές δοράτων, ενεπίγραφα τμήματα σαυρωτήρων με αφιέρωση στο θεό) και το επίθετο «κόρυνθος», που κατά τον Βερσάκη, παράγεται από τη λέξη «κόρυς-κόρυθος», δηλαδή περικεφαλαία, είναι αντίστοιχος με εκείνον του Αμυκλαίου Απόλλωνα στη Λακωνία37.
Σημειώνεται ότι η λατρεία του Απόλλωνα με την πολεμική του ιδιότητα απαντά σχετικά σπάνια στην αρχαιότητα. Σε πολεμική θεότητα, πιθανόν του Απόλλωνα, ήταν αφιερωμένος ο υστεροαρχαϊκός ναός (6ος- αρχές -5ου αι.) στη θέση Πετρούλα, 7 χλμ. βόρεια της Άνω Μέλπειας, στην ορεινή Μεσσηνία38. Στην άποψη αυτή συνηγορούν ο μεγάλος αριθμός σιδερένιων όπλων, αιχμών δοράτων και εγχειριδίων, αφιερώματα στο ναό, καθώς και χάλκινο αγαλματίδιο γυμνού ανδρός που κρατούσε δόρυ, πιθανότατα πολεμιστή. Στην πολεμική ιδιότητα του θεού Απόλλωνα ήταν αφιερωμένος επίσης ο αρχαϊκός ναός στην αρχαία Μητρόπολη Καρδίτσας, όπως φαίνεται από το χάλκινο λατρευτικό άγαλμα Απόλλωνα στον τύπο του οπλίτη, που βρέθηκε στο ναό39.
Σύμφωνα με τον Παυσανία40, ο θεός Απόλλωνας λατρευόταν στη Λογγά και ως ιατρός θεραπευτής ασθενειών, ενώ το ιερό χρησιμοποιούνταν ως θεραπευτήριο τουλάχιστον κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, όπως μαρτυρά η αναθηματική επιγραφή του +2ου/ +4ου αι. (εικ. 9)41. Στην εν λόγω επιγραφή γίνεται αναφορά στην ανέγερση τρικλινίου για τις ανάγκες λειτουργίας του ιερού του Απόλλωνος Κορύθου. Η αναφορά του Παυσανία ότι ο θεός Απόλλων ήταν θεός θεραπευτής, σε συνδυασμό με την κατασκευή του τρικλινίου (αίθουσα με τρεις κλίνες κατά μήκος των τριών πλευρών) για θρησκευτικές συνεστιάσεις, ενδεχομένως υποδηλώνει ότι κατά την Ύστερη Αρχαιότητα ο Απόλλων λατρευόταν στο ιερό και με την ιδιότητα του θεραπευτή. Σημειώνεται ότι την περίοδο αυτή είναι διαδεδομένη η λατρεία των θεραπευτών θεών. Αντίθετα, στην αρχαϊκή και πρώιμη κλασική περίοδο, περίοδο ακμής του ιερού, η πολεμική ιδιότητα του θεού τονίζεται ιδιαίτερα, όπως δείχνουν τα πολεμικά αναθήματα.
Κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο το ιερό φαίνεται να συνδέεται με τις γειτονικές Κολωνίδες42, πολίχνη που πιθανότατα ιδρύθηκε το -365, δηλαδή την ίδια περίπου εποχή με την αρχαία Κορώνη (σημερινό Πεταλίδι).


Σημειώνεται ότι η ακριβής θέση των Κολωνίδων δεν έχει εντοπισθεί43. Τα σημερινά Βουνάρια (ή Νέα Κορώνη), που βρίσκονται σε απόσταση μόλις δύο χιλιομέτρων από το ιερό, σε λοφίσκους δίπλα στη θάλασσα, δύναται να ταυτιστούν με τις αρχαίες Κολωνίδες. Ωστόσο, δεν αποκλείεται αυτές να βρίσκονταν στον ψηλό λόφο του Καφειριού, μιας θέσης κοντά στη σημερινή Λογγά, με φυσική οχύρωση, εποπτεία της πεδιάδας του Αγίου Ανδρέα αλλά και πρόσβαση σε νερό. Η αναφορά, άλλωστε, του Παυσανία ότι οι Κολωνίδες βρίσκονταν σε ψηλό σημείο συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης44.
Στον λόφο αυτό, ο οποίος απέχει περίπου 3 χλμ. από τη θάλασσα, διενεργήθηκαν σύντομες δοκιμαστικές ανασκαφικές τομές στα μέσα του περασμένου αιώνα από τους αρχαιολόγους Νικόλαο Γιαλούρη και William McDonald45. Η έρευνα των τομών έδειξε ότι η θέση έχει υποστεί σημαντική διάβρωση με το πέρασμα των χρόνων. Επιβεβαιώθηκε, ωστόσο, ότι ο λόφος κατοικούνταν από τους προϊστορικούς έως και τους γεωμετρικούς χρόνους. Σημειώνεται ότι η μελέτη της γεωμετρικής κεραμικής που συλλέχθηκε από τις διανοιχθείσες τομές υποδηλώνει στενές επαφές με τη Λακωνία και κυρίως με τις Αμύκλες46. Παρόλο που η έρευνα των εν λόγω τομών δεν απέδωσε πολλά αρχαιολογικά στοιχεία για την κατοίκηση του λόφου κατά τους ιστορικούς χρόνους, η παρουσία του ιερού του Απόλλωνος στην περιοχή επιβεβαιώνει ότι ο λόφος του Καφειριού θα πρέπει να κατοικήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαϊκής, κλασικής και ελληνιστικής εποχής.
Από την έρευνα έγινε επίσης φανερό ότι κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους είχε αναπτυχθεί στις ανατολικές πλαγιές του ανωτέρω λόφου μια ρωμαϊκή πόλη, η οποία θα πρέπει να συνδεόταν με τη λειτουργία του ιερού.

Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας, οι δοκιμαστικές τομές που διενεργήθηκαν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων στο ιερό του Απόλλωνα Κορύθου δεν απέδωσαν σπουδαία ευρήματα. Έδειξαν, ωστόσο, ότι η κύρια λειτουργία του είχε επικεντρωθεί στη νοτιοανατολική πλευρά του αγρού Δρακόπουλου, θέση την οποία ερεύνησε ο Βερσάκης. Η νεότερη έρευνα έδειξε επίσης ότι κατά τη ρωμαϊκή περίοδο υπήρχε σημαντική δραστηριότητα στον εν λόγω χώρο, δραστηριότητα που συνεχίσθηκε κατά τους επόμενους χριστιανικούς χρόνους, καθώς οι Ναοί Α και Γ μετατράπηκαν σε εκκλησίες. Σημειώνεται δε ότι κατά τη βυζαντινή περίοδο στην περιοχή του ιερού ανεγέρθηκε αρχικά ο ναός του Αγίου Ανδρέα (+6ος/ +7ος αι.) και στη συνέχεια ο ναός των Αγίων Θεοδώρων (+10ος/ +11ος αι.), οι οποίοι είναι σε χρήση μέχρι σήμερα. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί ότι μεγάλο μέρος της ανατολικής πλευράς του αγρού Δρακόπουλου, η οποία στην αρχαιότητα αποτελούσε υπώρεια λοφοσειράς, έχει παρασυρθεί μαζί με τμήμα του ιερού από τα ορμητικά νερά της βροχής, τα οποία αναζητούσαν διέξοδο προς τη θάλασσα. 
Η περαιτέρω έρευνα στη βόρεια και νότια πλευρά του εν λόγω αγρού ενδεχομένως να μας δώσει σημαντικά στοιχεία για την έκταση του ιερού, για τον ακριβή χρόνο έναρξης λειτουργίας του, καθώς και για τη μεταγενέστερη χρήση του.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΑΛΑΠΑΝΗ
Το ιερό του Απόλλωνος Κορύθου στη Λογγά Μεσσηνίας
ΑΕΠΕΛ2. Πρακτικά της Β΄ Επιστημονικής Συνάντησης Καλαμάτα, 1-4 Νοεμβρίου 2017

1 Η παλαιότητα της λατρείας στο συγκεκριμένο ιερό υποδηλώνεται και από την ύπαρξη ξόανου (Παυσανίας 4.34.5-7).
2 Sachs 2006, 153-158.
3 Στη σημερινή Κορώνη βρήκαν καταφύγιο τον -8ον αι. οι Ασίνιοι της Αργολίδας, έπειτα από την καταστροφή που υπέστη η πόλη τους από το Άργος. Τους εγκατέστησαν εκεί οι Σπαρτιάτες, οι οποίοι απέβλεπαν στη βοήθειά τους στον πόλεμο που διεξήγαγαν ενάντια στους Μεσσήνιους (Ηρόδοτος 8.73.2). Οι Δωριείς ή Δρύοπες Ασίνιοι παρέμειναν σύμμαχοι των Σπαρτιατών και η μεσσηνιακή Ασίνη ήταν περίοικος πόλη μέχρι τα τέλη του 7ου αι. (τέλος B΄ Μεσσηνιακού Πολέμου). Μετά τη λακωνική κατάκτηση της Μεσσηνίας και σε όλη τη διάρκεια του 5ου και 4ου αι. η Ασίνη, όπως και η υπόλοιπη Μεσσηνία, αποτελούσε τμήμα της λακωνικής επικράτειας. Ωστόσο, μετά την απελευθέρωση της Μεσσηνίας το -369 και την ίδρυση της αρχαίας Κορώνης (σημερινό Πεταλίδι) από τον Βοιωτό οικιστή Επιμηλίδη αρχίζει η παρακμή της Ασίνης. Πιθανότατα την ίδια περίοδο ιδρύθηκαν και οι γειτονικές Κολωνίδες, πολίχνη με την οποία ίσως συνδέεται το ιερό του Απόλλωνα Κορύθου (Παυσανίας 4.14.3, 4.27.8, 4.34.4-12. Roebuck 1941, 38-39).
4 Βερσάκης 1916, 74-81, εικ. 3, 7, 17.
5 Εκτός από το Βερσάκη τον ναό μελέτησε και ο Carl Weikert, ο οποίος τον ταύτισε με περίπτερο δωρικό ναό του β΄ μισού του -6ου αι. (Weikert 1929, 151-153). Για τον ναό πρβλ. επίσης Bookidis 1967, 399-403.
6 Η λακωνική επιρροή είναι άλλωστε εμφανής στην κατασκευή του, η οποία χαρακτηρίζεται από συνδυασμό δωρικών και ιωνικών στοιχείων.
7 Βερσάκης 1916, 81-83.
8 Robertson 1943, 56-57, εικ. 21.
9 Βερσάκης 1916, 83-86, εικ. 7.
10 Gruben 2000, 239-252. Robertson 1943, 57.
11 Βερσάκης 1916, 71-73, εικ. 2-4, 7.
12 Πρόκειται κυρίως για χάλκινα αντικείμενα, όπως λαβές αγγείων, εξαρτήματα σκευών, αντικείμενα καλλωπισμού, ενεπίγραφες λαβές ακοντίων, αιχμές λόγχης, κωδωνίσκος, ψέλια, βελόνες, βόστρυχοι, ήλοι, σιδερένια ξίφη, μάχαιρες, αξίνες, χάλκινες βάσεις αγαλματιδίων, αρχαϊκό πήλινο ειδώλιο, πήλινες αγνύθες, πήλινα αγγεία κλπ. (Βερσάκης 1916, 86-103).
13 Στον χώρο αυτό των κτισμάτων βρέθηκαν πώρινοι δωρικοί κίονες, θραύσμα πώρινου δωρικού κιονόκρανου, θραύσματα χάλκινων σκευών και άφθονη κεραμική (Βερσάκης 1916, 73-74).
14 Βερσάκης 1916, 68-71, εικ. 3, 4, 7.
15 Από το υλικό που είχε εντοπισθεί στην προσθήκη του Ναού Α προέρχεται πώρινο επιστύλιο και τρίγλυφα, καθώς και δωρικό μαρμάρινο κιονόκρανο από το πτερό του Ναού Γ (Βερσάκης 1916, 70, εικ. 10 α, β, γ και εικ. 11 παρένθ. πίν. 1, 2).
16 Βερσάκης 1916, 113, εικ. 60, παρένθ. πίν. 6. Γιαννοπούλου 2013, 75-85, εικ. 4-7.
17 Αστράγαλοι από γυαλί έχουν βρεθεί στο ιερό του Ασκληπιού και της Υγείας στη θέση Παναγίτσα της αρχαίας Θουρίας (Αραπογιάννη 2017, 72, 76, εικ. 61). Οι αστράγαλοι ως αναθήματα νέων σε ιερά συνδέονται με τον κόσμο της νεότητας, των διαβατηρίων τελετών, την Αφροδίτη ή την Άρτεμη. Ίσως κάποιοι ήταν φυλαχτά ή προσφέρονταν στο πλαίσιο διαβατηρίων εθίμων (δηλ. τελετουργιών για τη μετάβαση από την παιδική στην εφηβική ηλικία), ενώ χρησίμευαν και στη μαντική (αστραγαλομαντεία), πρβλ. Amandry 1984, 348-377. Queyrel 1987, 207-212.
18 Βερσάκης 1916,103-113. Εκτίθενται στη μόνιμη Συλλογή Χαλκών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.
19 Βερσάκης 1916, 101-103.
20 Βερσάκης 1916, 103-106, εικ. 52.1-3 (παρένθ. πίν. 4.).
21 Το ειδώλιο, το οποίο υποδηλώνει την πολεμική ιδιότητα του θεού Απόλλωνα, βρέθηκε από κάτοικο της περιοχής πριν την ανασκαφή Βερσάκη σε χώρο νότια του κτηρίου Γ (Βερσάκης 1916, 106- 109, πίν. Α).
22 Βερσάκης 1916, 109-112, εικ. 53 (παρένθ. πίν. 5,), 54 (παρενθ. πίν. 6), 56. Για τα ανωτέρω αγαλματίδια πρβλ. επίσης Herfort-Koch 1986, 104, 106-107.
23 Βερσάκης 1916, 115-116, εικ. 63 (παρένθ. πίν. 7). Jeffery 1990, 204, αρ. 2.
24 Το κείμενο της επιγραφής, σύμφωνα με τη Μ. Διακουμάκου, που τη μελέτησε εκ νέου, αναφέρεται στον Απόλλωνα με το επίθετο Κόριθνος, καθώς και στη συλλατρεία του θεού με τον Ενυάλιο, κατεξοχήν πολεμική θεότητα, που κυρίως ταυτίζεται με το θεό Άρη (Διακουμάκου 2008, 311-315).
25 Βερσάκης 1916, 117, εικ. 1, παρένθ. πίν. 7. SEG II 994, 995.
26 SEG II, 994. Valmin 1928-1929, 146, αρ. 18c, εικ. 11. Γενικά, το επίθετο του θεού παρουσιάζει ποικιλομορφία στις επιγραφές που βρέθηκαν στο ιερό, καθώς σε αυτές αναφέρονται τα επίθετα Κόριθος, Κόρυνθος, Κόριθνος και Κόρυθος.
27 Κόρυθος ονομαζόταν ο γιος του Πάρη και της νύμφης Οινώνης, τον οποίο σκότωσε ο πατέρας του επειδή σύναψε ερωτική σχέση με την Ελένη (Παρθένιος 4.34).
28 Weicker 1922, 1466-1467.
29 Σημειώνεται ότι η οικογένεια Δρακόπουλου δεν επέτρεψε τη διενέργεια τομών στην περιοχή όπου ο Βερσάκης είχε ερευνήσει τα επονομαζόμενα Ναϊκά Κτήρια Γ, Δ και Ε.
30 Πρόκειται για τα αρχιτεκτονικά μέλη που είχε αφήσει στη θέση τους ο Βερσάκης. Ανάμεσά τους ήταν και το ενεπίγραφο πεσσόσχημο βάθρο.
31 Σύμφωνα με τον Βερσάκη, υστερορωμαϊκοί και παλαιοχριστιανικοί συλημένοι τάφοι βρέθηκαν βόρεια του Ναού Α, στο βόρειο άκρο του ιερού.
32 Η αποτύπωση του Ναού Α έγινε από τον τοπογράφο Β. Πάνου και τη σχεδιάστρια της Υπηρεσίας Β. Ανδριανοπούλου.
33 Βερσάκης 1916, 101-102, παρένθ. πίν. 3, εικ. 51. Stibbe 2002, 19-40.
34 Villing 2002, 247-248.
35 Βερσάκης 1916, 80-81, εικ 11 (παρένθ. πίν. 2).
36 Βερσάκης 1912, 188, εικ. 17-21. Ο βωμός του Απόλλωνα στις Αμύκλες, ο οποίος κατασκευάστηκε στα -560/ -550 από το Βαθυκλή της Μαγνησίας στη Μ. Ασία, συνδυάζει επίσης δωρικά με ιωνικά στοιχεία (Faustoferri 1993, 159-166. Delivorrias 2009, 133-135).
37 Παυσανίας 3.19.1-5.
38 Αραπογιάννη 2010, 257. Αραπογιάννη 2014, 7.
39 Ιντζεσίλογλου 1994, 333. Intzesiloglou 2002, 109-116. Ο ναός, ο οποίος χρονολογείται στα μέσα του -6ου αι., ήταν δωρικός εκατόμπεδος περίπτερος, με εσωτερική κιονοστοιχία, 31× 13,75μ.. Είχε πέντε κίονες στις στενές πλευρές και έντεκα στις μακρές, κατασκευασμένους από ντόπιο ψαμμόλιθο, όπως και τα υπόλοιπα λίθινα στοιχεία του. Βρέθηκε καταπλακωμένος από τη στέγη του, που κατέρρευσε από φωτιά στα μέσα του -2ου αι.
40 Παυσανίας 4.34.5-7.
41 SEG ΙΙ 995. Valmin 1928-1929, 146-147, αρ. 19.
42 Η ονομασία «Κολωνίδες» (σε πληθυντικό αριθμό) πιθανόν υποδηλώνει ότι η πόλη ήταν διασκορπισμένη σε περισσότερες αγροτικές κοινότητες.
43 Την εποχή αυτή οι Μεσσήνιοι και ο Θηβαίος Επαμεινώνδας ιδρύουν πολίσματα σε οχυρές θέσεις με σκοπό την αποδυνάμωση της Ασίνης και της Μεθώνης, πόλεις με φιλοσπαρτιατικό παρελθόν (Lazenby – Hope Simpson 1972, 89).
44 Παυσανίας 4.34.8.
45 Coulson 1986, 38-48.
46 McDonald – Coulson 1983, 320, 327.

ABSTRACT. The sanctuary of Apollo Κorythos at Longa, on the western coast of Messenia, was excavated by Friderikos Versakis in 1915. Versakis investigated five buildings, which he identified as temples and dated from the Dark Ages to the Roman period. The cult of Apollo is usually thought to associate the god’s warlike aspect with that of healing. This sanctuary’s connection to Laconia is evident in the finds—bronzes, pottery, and, particularly, the mid-6th century BC large marble capital with close parallels to the Throne of Amyklai at Sparta. Recent investigations by the Ephorate of Antiquities of Messenia focused on Τemple A, which was erected after the liberation of Messenia by Epameinondas.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Amandry 1984: P. Amandry, Os et coquilles, στο: L’ Antre Corycien II, BCH Supplément IX, Athènes/Paris 1984, 347-380.
Αραπογιάννη 2010: Ξ. Αραπογιάννη, Ανασκαφή στην Άνω Μέλπεια Μεσσηνίας,ΑΕ149(2010),249-258.
Αραπογιάννη 2014: Ξ. Αραπογιάννη, Άγνωστα ιερά της Μεσσηνίας πριν την ίδρυση της αρχαίας Μεσσήνης, στο: Π. Γ. Θέμελης – Μ. Σπαθή – Κ. Ψαρουδάκης (επιμ.), Πρακτικά Διεθνούς Αρχαιολογικού Συνεδρίου «Ιερά και λατρείες της Μεσσήνης από τα αρχαία στα Βυζαντινά χρόνια», Αθήνα 25 Οκτωβρίου 2014, Αθήνα 2017, 1-28.
Αραπογιάννη 2017: Ξ. Αραπογιάννη, Αρχαία Θουρία. Το Ασκληπιείο. Αθήνα 2017.
Βερσάκης 1912: Φρ. Βερσάκης, Ο θρόνος του Αμυκλαίου Απόλλωνος, ΑΕ 3-4 (1912), 183-192.
Βερσάκης 1916: Φρ. Βερσάκης, Το ιερόν του Κορύνθου Απόλλωνος, ΑΔ 2 (1916), 65-118.
Bookidis 1967: Ν. Bookidis, A Study of the Use and Geographical Distribution of Architectural Sculpture in the Archaic Period (Greece, East Greece and Magna Graecia), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Bryn Mawr 1967.
Coulson 1986: W. D. E. Coulson, The Dark Age Pottery of Messenia, Studies in Mediterranean Archaeology 43, Göteborg 1986.
Γιαννοπούλου 2013: Μ. Γιαννοπούλου, Μαρμάρινη κεφαλή από το ιερό του Απόλλωνος Κορύθου στη Λογγά Μεσσηνίας: Χρονολόγηση και Ερμηνευτική Προσέγγιση, στο: Ε. Π. Σιουμπάρα – Κ. Ψαρουδάκης (επιμ.), Θεμέλιον. 24 μελέτες για τον Δάσκαλο Πέτρο Θέμελη από τους μαθητές και τους συνεργάτες του, Αθήνα 2013, 75-88.
Delivorrias 2009: A. Delivorrias, The Throne of Apollo at the Amyklaion: Old proposals, new perspectives, στο: W. G. Cavanagh – C. Gallou – M. Georgiadis (επιμ.), Sparta and Laconia. From Prehistory to Pre-Modern, Proceedings of the Conference Held in Sparta, Organized by the British School at Athens, the University of Nottingham, the E΄ Ephoreia of Prehistoric and Classical Antiquities, and the 5th Ephoreia of Byzantine Antiquities, 17-20 March 2005, BSA Studies 16,
London 2009, 133-135.
Διακουμάκου 2009: Μ. Διακουμάκου, Αναθηματική επιγραφή Απόλλωνος Κορύθου, Ηόρος, 17-21 (2004-2009), 311-315.
Faustoferri, 1993: Α. Faustoferri, The throne of Apollo at Amyklai. Its significance and chronology, στο: O. Palagia – W. D. E. Coulson (επιμ.), Sculpture from Arcadia and Laconia. Proceedings of an Ιnternational Conference Held at the American School of Classical Studies at Athens, April 10-14, 1992, Oxford 1993, 159-166.
Gruben 2000: G. Gruben, Ιερά και ναοί των αρχαίων Ελλήνων [μτφρ. Δήμητρα Ακτσελή], Αθήνα 2000.
Herfort-Koch 1986: M. Herfort-Koch, Archaiche Bronzeplastik Lakoniens. Boreas Beiheft 4, Münster 1986.
Ιντζεσίλογλου 1994: Μ. Ιντζεσίλογλου, Μοσχάτο. Θέση Λιανοκόκκαλα (ναός του Απόλλωνα), ΑΔ 49 (1994), Β΄1, 331-333.
Intzesiloglou 2002: B. G. Intzesiloglou, The Archaic temple of Apollo at Metropolis (Thessaly), στο: Μ. Stamatopoulou – Μ. Yeroulanou (επιμ.), Excavating Classical Culture: Recent Archaeological Discoveries in Greece, Studies in Classical Archaeology I, BAR International Series 1031, Oxford 2002, 109-115.
Jeffery 1990: L. Η. Jeffery, The Local Scripts of Archaic Greece: A Study of the Origin of the Greek Alphabet and its Development from the Eighth to the Fifth Centuries BC, revised ed. with a supplement by A. N. Johnston, Oxford 1990.
Lazenby – Hope Simpson 1972: J. F. Lazenby – R. Hope Simson, Greco-Roman Times: Literary Tradition and Topographical Commentary, στο: W. A. McDonald – G. R. Rapp, Jr (επιμ.), The Minnesota Messenia Expedition. Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, Minneapolis 1972, 81-99.
McDonald – Coulson 1983: W. A. McDonald – W. D. E. Coulson, The Dark Age at Nichoria. A perspective, στο: W. A. McDonald – W. D. E. Coulson – J. Rosser (επιμ.), Excavations at Nichoria in the southwest Greece, vol. III. Dark Age and Byzantine Occupation, Minneapolis 1983, 316-329.
Queyrel 1987: F. Queyrel, Le motif des quatre osselets figurés sur des jas d’ ancre antiques, Archaeonautica 7 (1987) 207-212.
Robertson 1943: D. S. Robertson, Greek and Roman Architecture, Cambridge 19432.
Roebuck 1941: C. A. Roebuck, A History of Messenia from 369 to 146 B.C., Chicago 1941.
Sachs 2006: G. Sachs, Die Siedlungsgsgeschichte der Messenien, Hamburg 2006.
Stibbe 2000: C. M. Stibbe, Laconian Oil Flasks and Other Closed Shapes. Laconian Black-Glazed Pottery, Part 3, Amsterdam 2000.
Valmin 1928-1929: Ν. Valmin, Inscriptions de la Messénie, BSRLL 1928-1929, 108-155.
Valmin 1930: Ν. Valmin, Études topographiques sur la Messénie ancienne, Lund 1930.
Villing 2002: A. Villing, For whom did the bell toll in ancient Greece? Archaic and Classical Greek bells at Sparta and beyond, ABSA 27 (2002), 223-295.
Weicker 1922: G. Weicker, Korythos, στο: Pauly’s Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, XI.2, Munchen 1922, 1466-14677.
Weickert 1929: C. Weickert, Typen der archaischen Architectur in Griechenland und Kleinasien, Augsburg 1929.











Printfriendly