.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Οι μάχες σε Αγουλινίτσα και Βαρθολομιό, 1825


Η μάχη της Αγουλινίτσας
6 Νοεμβρίου 1825 ο Ιμπραήμ ξεκίνησε από την Μεθώνη με νέες εφεδρείες επικεφαλής μίας μεγάλης στρατιάς που στόχο είχε να πολεμήσει στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Στην πορεία του σαρώνει τα πάντα στην Ηλεία. Καίει καταστρέφει και μαζεύει σκλάβους.
Αφού έκαψε τη Ζούρτσα (Nέα Φιγαλεία) και τη Ζαχάρω, πλησίασε στο Κλειδί (Κάτω Σαμικό), όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε, οι Έλληνες είχαν οργανώσει την άμυνά τους και τον περίμεναν. Η θέση όμως ήταν έρημη από ενόπλους, αφού ο οπλαρχηγός Σισίνης δεν την είχε οχυρώσει.
Στη συνέχεια οι περίπου 8.000 Αιγύπτιοι με επικεφαλής τον αποκαλούμενο “Αφρικανικό Σιμούν”, επιχειρήσαν να καθυποτάξουν την Αγουλινίτσα (σήμερα Επιτάλιο). Όμως εκεί συνάντησαν την πεισματώδη άμυνα των κατοίκων της, που είχαν οχυρωθεί στην παραπλήσια βαλτώδη λίμνη.
Ο Ιμπραήμ όταν είδε ότι στις νησίδες της λίμνης (τα αποκαλούσαν μπογάζια) είχαν βρει καταφύγιο αρκετοί Έλληνες, διέταξε τους στρατιώτες του να τις καταλάβουν και να του φέρουν νέους σκλάβους. Οι Έλληνες άνοιξαν πυρ και ξεκίνησε μία μάχη που κράτησε πολλές ώρες, καθώς ο στρατός του Ιμπραήμ δεν είχε ευχέρεια να κινηθεί με ταχύτητα στα νερά της λιμνοθάλασσας.
Οι Έλληνες πολεμούσαν για τις οικογένειές τους και δεν λογάριαζαν τον θάνατο. Όσοι μουσουλμάνοι ήξεραν κολύμπι κατάφεραν να φτάσουν σε μία νησίδα και να κυνηγήσουν τα γυναικόπαιδα που είχαν βρει καταφύγιο σε αυτή.


Όπως αναφέρει ο ιστορικός ερευνητής Γιάννης Βίτσας στο βιβλίο του "Η παραλίμνια χώρα της επαρχίας Ολυμπίας", "το υγρό στοιχείο, η οργιώδης βλάστηση και το δάσος της Στροφυλιάς σε συνδυασμό με τα «ξύλινα τείχη» (μονόξυλα) των Αγουλινιτσαίων, αποτέλεσαν το τέλειο φυσικό οχυρό και το τελευταίο προπύργιο ελευθερίας της δυτικής Πελοποννήσου.
Η λίμνη αποδείχτηκε η τέλεια παγίδα στην οποία παρέσυραν τους εμπειροπόλεμους Αιγύπτιους οι ντόπιοι πολεμιστές, αναγκάζοντάς τους να πολεμούν με τους δικούς τους όρους, στα δικά τους κυνηγετικά στέκια στα οποία τόσο καλά γνώριζαν να κινούνται, να κρύβονται και να επιβιώνουν, εκμηδενίζοντας έτσι τη στρατιωτική υπεροχή του αντιπάλου. Ήταν εκεί που το επιθετικό μένος και η αλαζονεία του Ιμπραήμ «βούλιαξαν» στους βάλτους της λίμνης.
Ήταν εκεί που τα 250 τουφέκια των Αγουλινιτσαίων και των άλλων αγωνιστών σταμάτησαν τις ανίκητες ορδές και έστειλαν στον υγρό πάτο 150 Άραβες που ορέγονταν εκδίκηση και γυναικόπαιδα. Ήταν εκεί που σαν ένα νέο Μεσολόγγι, θυσιάστηκαν μέσα στον βούρκο της λίμνης 142 αθώες ψυχές, στο βωμό της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας".
"Οι επιθέσεις των Αιγυπτίων γίνονταν κατά κύματα, είτε από τους πεζούς, είτε από τους ιππείς που ρίχνονταν στη λίμνη. Εκείνοι που βρίσκονταν στα κοντινά με τη στεριά νησιά είδαν τους Αιγύπτιους να πλησιάζουν."
Ο Δήμος Κανελλόπουλος αναφέρει ότι οι εχθροί εισχώρησαν από το αυλάκι του Καϊάφα και βρέθηκαν πίσω από τις ελληνικές θέσεις. «Βλέποντες οἱ Ἀγουλινιτζαῖοι καί ἄλλοι Φαναρίται τόν κίνδυνον ἐμβῆκαν εἰς τά μονόξυλα φωνάζοντες καί εἰς τά μέσα νησία, ἔφθασαν καί τά ἄλλα μονόξυλα». Κι αφού πήραν εκείνους που κινδύνευαν και τους μετέφεραν, άλλους στα μέσα νησιά και άλλους στο κανάλι του Καϊάφα και σώθηκαν, επιτέθηκαν στη συνέχεια κατά των Αυγυπτίων που βρίσκονταν πελαγωμένοι. Την τραγικότερη στιγμή της μάχης περιγράφει ο Μοσχούλας: «ἔχοντας τήν προσοχή τους εἰς τάς θέσεις ὅπου ἐβαστούσαν οἱ ἰδικοί μας οἱ ἐχθροί ένα σῶμα παρ’ ἐλπίδα τους ἐμβῆκεν από ἕν μέρος ἀνέλπιστον, ὥστε ἐπῆραν τῶν ἰδικῶν μας τά ὀπίσθια τούς ἐπροχώρησαν εἰς ἄλλα τρία νησίδια τά δέ δύο τά ἐπήραν...».
Με την κατάληψη των νησίδων από τους Αιγύπτιους «έγινε το θέατρο του πολέμου». Στιγμές πανικού και φρίκης ακολούθησαν. Οι Άραβες ρίχνονταν με μανία στους αμάχους οι οποίοι κραύγαζαν απελπισμένοι και πνίγονταν στη λίμνη για να γλιτώσουν την αιχμαλωσία και την ατίμωση, ενώ ταυτόχρονα οι εχθροί έπιαναν αιχμαλώτους, άρπαζαν τα πράγματα τους και έκαιγαν τις καλύβες τους.
Αλλά και οι απώλειες του εχθρού σε αυτή τη φάση της μάχης δεν ήσαν λίγες, διότι «...συσσωματωθέντες οἱ ἰδικοί μας πλέον ἐκεῖ, ἔγινε τό θέατρον τοῦ πολέμου, μέ μίαν μεγαλωτάτην φθοράν ἔγινε τῶν ἐχθρών χωρίς νἀ κατορθώσουν τίποτε καί οὕτως ἔφυγον..». Το μόνο που κατάφερε ο Ιμπραήμ ήταν να καταλάβει τα τρία κοντά στη στεριά νησάκια κάτι όμως που του στοίχισε πολλές ζωές των στρατιωτών του. Ο πόλεμος κράτησε από το πρωί ως το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου και όταν σκοτείνιασε «ἀνεχώρησε κατησχυμένος ὁ ἐχθρός, ἐξῆλθαν οἱ Ἕλληνες καί εὗρον πολλά μνήματα ἐκτός λίμνης καθ’ ὁδόν πρός τόν Ἀλφειόν ποταμόν». Κατά τον Κανελλόπουλο ο εχθρός τη Δευτέρα «…ἀπέρασεν εἰς Πύργον, ἔκαψε Ἀλητζελεπῆ, Ἀνεμοχώρι, Λαδικοῦ, Βόλα, Βρύνα, Ρύσσοβο, Μακρύσια, Κρέστενα. Ἀπό ἕνα μέρος εἰς αὐτά καί μέρος Ἀγουλινίτζας ἔκαψε τήν Τρίτη, ἔκαψε καί τόν Πύργο καί ἀπέρασε κατά τήν Γαστούνη…».
Από τα γυναικόπαιδα εκτιμάται ότι χάθηκαν πάνω από 200, από τα οποία άλλα σκλαβώθηκαν και άλλα πνίγηκαν στη λίμνη. Σκοτώθηκαν 100 ένοπλοι Χριστιανοί, αλλά οι απώλειες του Ιμπραήμ ήταν μεγαλύτερες, καθώς μέτρησε περίπου 200 νεκρούς.
Η ιστορική έρευνα του Γ. Βίτσα εντόπισε την επιστολή των Κατωμερισίων από τη λίμνη, προς τον Δήμο Κανελλόπουλο. Συντάχθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1825 και αναφέρεται ο αριθμός των θυμάτων: «Ευγενέστατε κύριε Δ. Κανελλόπουλε» "Σέ παρασταίνομε οἱ δυστυχισμένοι τήν φθοράν ὁπού ἐλάβομεν ἀπό τόν ἐχθρόν ἐπατήθηκαν τρία νησιά καί καθώς σᾶς τό ἐγράφαμεν καί ἐχθές ἐχάθησαν σκοτωμένοι καί πνιγμένοι καί πιασμένοι ἀπό Λαδικοῦ 25 ψυχές, Ἀνεμοχωρίται καί Μακρυσαῖοι 20, Ρυσοβιῶται καί Κρεστεναῖοι 10, Ἀλητσελεπιῶτες 7, Ἀγουλινιτζαῖοι 50, Ἀρκαδινοί και Φιλιατρινοί 30. Ἐθανατώσαμε καί ἐχθρούς ἕως 150 ἤ περισσότερους καί ἕως ὀγδόντα (ἄλογα ὁπού ἔμειναν εἰς λίμναν καί ἄλλα ἐσκότωσαν ἐκεῖνοι καί ἄλλα ἐμεῖς καί ὁ πασιᾶς ὁ ἴδιος ἔπεσε εἰς λίμνα καί ἄν δέν ἤθελε μᾶς ἔρθουνε ἀπό τό αὐλάκι τοῦ Καγιάφα μέ τούς προδότες δέν μᾶς ἔκαναν τίποτες καί ὁ πασιᾶς μέ ὅλα του τά στρατεύματα ὑπέρ τάς ἕσ (6) χιλιάδας ἀπεζούς καί καβαλαραίους κατά
(διευθύνθηκε) τήν Γαστούνην..."


Η μάχη στο Βαρθολομιό
Στις 10 Νοεμβρίου ο Ιμπραήμ βρίσκεται μπροστά στο Βαρθολομιό. Εκεί η σύγκρουση έλαβε χαρακτήρα σκληρότατου αγώνα, καθώς ένα μεγάλο μέρος των μάχιμων κατοίκων του αφού πρώτα φρόντισαν να ασφαλίσουν τα μέλη των οικογενειών τους στο γειτονικό Χελμούτσι, οχυρώθηκαν στα σπίτια του χωριού τους αποφασισμένοι να τα υπερασπίσουν μέχρις εσχάτων.
Η μάχη μεταξύ των εγκλείστων και σχεδόν δεκαπλάσιου αριθμού εχθρών (μισοί απ’ τους οποίους ήταν Άραβες ιππείς) κράτησε περί τις 6 ώρες, με εκατέρωθεν σημαντικές απώλειες.
Αρχικά η εμπροσθοφυλακή του Ιμπραήμ συνάντησε τον Μιχαήλ Σισίνη επικεφαλής πλήθους γερόντων και γυναικόπαιδων. Του επιτέθηκε και τον απέκλεισε στο χωριό Μουσουλούμπεη (Λευκοχώρι Ηλείας). Ο Σισίνης τους ανάγκασε να οπισθοχωρήσουν και να κατευθυνθούν στο χωριό Σαμπάναγα (Αγία Μαύρα), όπου βίασαν νέα κορίτσια, άρπαξαν γυναίκες και έκαψαν όλα τα σπίτια του χωριού.
Την ίδια τύχη είχαν τα χωριά Δερβιτσελεπή, Καλίτσα, (τα δύο χωριά αποτελούν σήμερα την Αμαλιάδα), Σαβάλια, Ροβιάτα, Καραγιούζι (Αμπελόκαμπος) και Σελήμ Τσαούση (Παλαιοχώρι).
Στις 9 Νοεμβρίου 1825 το εχθρικό ιππικό περικύκλωσε τους αμυνόμενους, αλλά ένας κάτοικος, αφού σκότωσε έναν Άραβα, του πήρε το άλογο και έτρεξε στο Χλεμούτσι να ζητήσει βοήθεια. Πράγματι έφθασαν προς ενίσχυση 150 Έλληνες με αρχηγούς τον καπετάν Βέρα και τον καπετάν Γιωργάκη Βαρθαλαμιώτη και έπιασαν τα αμπέλια έξω από το Βαρθολομιό και από εκεί προξενούσαν φθορά στον εχθρικό στρατό. Κρυμμένοι όπως ήταν στα αμπέλια, πετούσαν τους ιππείς από τα άλογά τους και τους σκότωναν.
Μία ραγδαία βροχή όμως αχρήστευσε τα τουφέκια τους και τότε το πεζικό των Αιγυπτίων βρήκε την ευκαιρία να εφορμήσει με τις λόγχες και να κατασφάξει όλους τους Έλληνες πλην ενός. Οι κλεισμένοι στα σπίτια κατάφεραν να αποκρούσουν τις επιθέσεις με πολλές απώλειες εκατέρωθεν και τελικά ο Ιμπραήμ έδωσε εντολή στους άνδρες του να αποχωρήσουν. Αρκετές εκατοντάδες ήταν οι νεκροί και από τις δύο πλευρές.
Ο απολογισμός της μάχης του Βαρθολομιού ήταν τουλάχιστον 350 νεκροί Αιγύπτιοι, σύμφωνα με επιστολή του Γ. Σισίνη προς την ελληνική επιτροπή Ζακύνθου και 200 Έλληνες Βαρθολομίτες υπερασπιστές μεταξύ των οποίων ήταν ο καπετάν Τζεκούρας από το Βρανά και ο Πανάγος Βέρας από το Βαρθολομιό. Τα γυναικόπαιδα που ήταν στο κάστρο στο Χλεμούτσι γλύτωσαν, αφού ο Ιμπραήμ προχώρησε προς τα Λεχαινά και από εκεί προς την Πάτρα.
Το στρατόπεδό του το έστησε στον Ψαθόπυργο και το Δράπανο (Δρέπανο Αχαΐας) όπου θα περίμενε μεταγωγικά για να τον περάσουν απέναντι, στις ακτές της Ρούμελης.

Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο "Μηχανή του χρόνου" (online)





Printfriendly